Ο κινηματογραφιστής ξεκινά με ένα τουριστικό καΐκι, δεμένο στο λιμάνι των Σπετσών.
Ο κινηματογραφιστής ξεκινά με ένα τουριστικό καΐκι, δεμένο στο λιμάνι των Σπετσών.
Ο αείμνηστος Δήμαρχος Κρανιδίου Μιχάλης Χάσπαρης είχε νοικιάσει ένα σπίτι, όπου είχε εγκαταστήσει πολλές υπηρεσίες.
Η ιστορία πριν πενήντα χρόνια, όπου είχα νοικιάσει για φωτογραφείο στο διπλανό σπίτι του Μώρου. Πάνω από το μαγαζί μου ήταν το Δασονομείο και δίπλα το Αγρονομείο και ο Γεωπόνος ο Ζαλμάς. Κάτω από το κτίριο ήταν μια τουαλέτα πρωτόγονη, με ένα άνοιγμα τετράγωνο 0,50Χ0,50, χωρίς λεκάνη, φόβος και τρόμος μη γλιστρήσει κανείς και πέσει μέσα… Το δε βράδυ ήταν χωρίς φως – τότε η ηλεκτρική του Λαδά έκλεινε μετά τις 12.00.

Η Αγροφυλακή το 1966
Όπου, ένα βράδυ με έπιασε κόψιμο και πήγα στην τουαλέτα, μετά… φόβου, ήταν 3.00 μετά τα μεσάνυχτα. Μόλις, όμως, έκατσα ακούω από κάτω γαυγίσματα και τρόμαξα τόσο γιατί τότε λέγανε πως βγαίναν φαντάσματα. Τρέχω και πάω φέρνω ένα φακό να δω τι ήταν αυτό που γαύγιζε και από τι κινδύνεψε το… πουλάκι του φωτογράφου, που λένε. Μόλις ρίχνω το φως τι βλέπω, ένα σκυλί τύπου λουλού, άσπρο, που από τις ακαθαρσίες είχε γίνει μαύρο!
Το βράδυ όλο σκεφτόμουν με τι τρόπο θα το βγάλω το έρημο πριν ξεψυχήσει. Έφερα, λοιπόν, στο νου μου τα καουμπόικα έργα που είχα δει και ετοίμασα μια θηλιά. Αφού φώτισε πάω, ρίχνω τη θηλιά και το ανεβάζω επάνω. Μόλις βγήκε, από τη χαρά του τινάχτηκε δυο τρεις φορές για να του φύγουν οι ακαθαρσίες και μου κάνει τις καινούργιες πιτζάμες μαύρες από τα κακά. Στη συνέχεια, αφού ξαλάφρωσε λιγάκι άρχισε να περπατάει και πού έκανε, παρακαλώ, την πρώτη στάση; Στο παπουτσάδικο του Ιάκωβου, του Μικρασιάτη. Εκείνη την ώρα μόλις είχε μπει μια γριά από το Ράντο και προβάριζε ένα ζευγάρι κουντούρια. Πάει το σκυλί δίπλα της και ξανατινάζεται και της πήρε τα «με γεια» για το Νο 39, που φόραγε. Εγώ είχα ξεραθεί από τα γέλια. Μετά φεύγει από ‘κει και πάει στο φούρνο του Π. Φράγκου, που ήταν τότε απέναντι από το ζαχαροπλαστείο και μόλις είχε ξεφουρνίσει τις φρατζόλες. Πάει μέσα, εγώ απ’ έξω, να λιγώνομαι στα γέλια, δέκα ψωμιά τα πέταξε ο άνθρωπος…

Η τουαλέτα, όμως, αυτή είχε κι άλλη ιστορία. Τότε, τον Δασονόμο τον είχαν κάνει πρόεδρο της επιτροπής να μοιράσει κάτι παπούτσια, που έστελνε η Ούντρα, από την Αμερική. Αυτός, όμως, μοίρασε λίγα και τα υπόλοιπα ήθελε να τα εκμεταλλευτεί για πάρτη του και τα έκρυψε. Άξαφνα, όμως, του ήλθε μετάθεση και για να μην τα βρει ο νέος Δασονόμος και φανεί η κλεψιά, τα έριξε όλα στην τουαλέτα. Τότε κατάφερα και έβγαλα ένα τσουβάλι με παπούτσια και όταν πήγαινα στα χωριά άφηνα χάμω, αδέσποτα, ζευγάρια και όποιος είχε ανάγκη τα έπαιρνε.
Το σπίτι αυτό, που ήταν της γυναίκας του Χάσπαρη, της κυρά Τασώς, το άφησε στον Λάμπρο Φωστίνη, που τον είχε βαφτίσει.
Στέφος Αλεξανδρίδης
…………………………
Φωτογραφία άρθρου: Η γειτονιά του Μώρου (29-6-62)
………………………………..
Δημοσιεύθηκε στον έντυπο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ στις 12/11/2008 και περιέχεται στο βιβλίο “Έρδι Στέφουα” (εξαντλημένο). Οι ιστορίες του Στέφου θα δημοσιεύονται – μέχρι… εξαντλήσεως – κάθε εβδομάδα από εδώ.

Εγκρίθηκε η αποκατάσταση του αρχοντικού του Σωτηρίου Αναργύρου στις Σπέτσες και η μετατροπή του σε χώρο Πολιτισμού.
Το εμβληματικό αυτό κτίριο, το «στολίδι των Σπετσών», το οποίο δεσπόζει της Ντάπιας, βρίσκεται εδώ και χρόνια σε αχρησία, παρουσιάζοντας σημαντικές ζημίες, κυρίως όσον αφορά στη στατικότητα των δαπέδων, ενώ η αποκατάστασή του αποτέλεσε επί χρόνια πάγιο αίτημα της κοινωνίας των Σπετσών.
Λίγα λόγια για το αρχοντικό του Αναργύρου στις Σπέτσες
Το αρχοντικό του Αναργύρου έχει μεγάλη ιστορία, 100 περίπου χρονών και συνδέθηκε στενά με την πολυκύμαντη ζωή και του ιδιοκτήτη του και του νησιού ολόκληρου. Περιβλήθηκε με τον θαυμασμό κατοίκων του νησιού. Άνοιξε τις πόρτες του για να υποδεχθεί εστεμμένους και προσωπικότητες της εποχής. Αφουγκράστηκε ατελείωτες συζητήσεις για έργα μεγάλα. Είδε με τρόμο στα δίσεκτα χρόνια της κατοχής ανθρώπους στερημένους και τους βοήθησε.

Αρχοντικό του Αναργύρου στις Σπέτσες / Εσωτερικοί χώροι
Στα κατοχικά και τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, στέγασε τις δημοτικές αρχές και το δημοτικό νοσοκομείο. Έκτοτε πέρασε χρόνια αγωνίας και αργού θανάτου, καθώς το Ίδρυμα, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, αδυνατούσε να το αναστηλώσει. Μετά την επιστροφή και τη μόνιμη εγκατάσταση στη γενέτειρά του, το 1899, ένα από τα κύρια μελήματα του Σωτ. Ανάργυρου ήταν η κατασκευή οικίας αντάξιας της οικονομικής του επιφάνειας. Το 1902 βρέθηκε το οικόπεδο. Ένας χώρος σίγουρα ιδανικός.
Στο κέντρο ακριβώς της πόλης, ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά της Μπουμπουλίνας και του Μπόταση, σε κυρίαρχη θέση, με θέα καταπληκτική προς τη θάλασσα. Ο Σωτ. Ανάργυρος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων του αρχοντικού στον Αρχιτέκτονα Παν. Ζήζηλα. Οι οδηγίες του ήταν σαφείς. Φιλοδοξούσε να χτίσει ένα αρχοντικό που να μοιάζει με αρχαίο αιγυπτιακό ανάκτορο ή ναό. Την άνοιξη του 1903 όλα ήταν έτοιμα για την ανέγερση. Επιστράτευσε τους καλύτερους τεχνίτες του νησιού και με αυτεπιστασία μέσα σ’ ένα χρόνο όρθωσε το λαμπρότερο οικοδόμημα των Σπετσών των αρχών του αιώνα.

Η ανέγερση του αρχοντικού με πρωτοφανή για την εποχή εκείνη κινητοποίηση τεχνιτών και αφειδώλευτη χρησιμοποίηση μοντέρνου οικοδομικού υλικού, στοίχισε γύρω στις 100.000 χρυσές δραχμές, ποσό ιδιαίτερα σημαντικό για το 1903. Ο Ανάργυρος ωστόσο στην επιθυμία του να καινοτομήσει απέφυγε να προσαρμόσει δομικά και αισθητικά το ύφος του σπιτιού του στις αυστηρές γραμμές των οικοδομών του νησιού. Το διώροφο αρχοντικό ορθώνεται στο μέσον ενός τετράγωνου σχεδόν οικοπέδου ενός περίπου στρέμματος. Κύριο κτίσμα, κήπος, χώροι βοηθητικοί, προστατεύονται από υψηλό μανδρότοιχο ιδιαίτερης καλαισθησίας. Μπαίνοντας κανείς από την κεντρική είσοδο στον κήπο του αρχοντικού, αντικρύζει θέαμα μοναδικό.

Στο ύψος του τρίτου σκαλοπατιού, δεξιά και αριστερά, στέκονται δύο αιγυπτιακές σφίγγες
Στα πόδια του εκτείνεται βοτσαλόστρωτος διάδρομος με ποικίλες παραστάσεις, πλαισιωμένος από φοίνικες. Στο τέλος του διαδρόμου ορθώνεται η μαρμάρινη πλατιά σκάλα, που οδηγεί στην επιβλητική πόρτα του ισογείου. Στο ύψος του τρίτου σκαλοπατιού, δεξιά και αριστερά, στέκονται δύο αιγυπτιακές σφίγγες. Το ισόγειο περιβάλλεται ολόγυρα από ευρύχωρη βεράντα στα κράσπεδα της οποίας «φυτρώνουν» συμμετρικά υψηλοί κίονες. Πάνω στις πλατιές τετράγωνες κεφαλές των κιόνων στηρίζεται η βεράντα του άνω ορόφου. Έτσι γύρω από το ισόγειο σχηματίζεται περίστηλη τετράγωνη στοά που ζώνει το αρχοντικό.

Πάνω στις πλατιές τετράγωνες κεφαλές των κιόνων στηρίζεται η βεράντα του άνω ορόφου
Στην οροφή της στοάς υπήρχαν θαυμάσιες τοιχογραφίες που σήμερα είναι καλυμμένες. Η είσοδος στο ισόγειο είναι μεγαλοπρεπέστατη, θυμίζοντας πύλη αρχαιοελληνικού ναού. Η κεντρική θύρα οδηγεί σ’ έναν ευρύ διάδρομο που τέμνει αξονικά τον κάτω όροφο σε δύο ισομερείς πτέρυγες.


Στην ανατολική πτέρυγα συναντάμε το σαλόνι και στη συνέχεια τη σάλα, την τραπεζαρία, θαυμάσιας διακοσμητικής, ενώ στη δυτική, το επίσημο γραφείο του Ανάργυρου, το επιβλητικό κλιμακοστάσιο και την κουζίνα. Η προσπέλαση στον άνω όροφο γίνεται από εντυπωσιακή εσωτερική σκάλα, μοναδικής καλλιτεχνίας. Ανεβαίνοντας κανείς στην κορυφή της κλίμακας, συναντά ένα μικρό προθάλαμο. Από τον προθάλαμο, διαμέσου μιας πόρτας, οδηγείται στο χωλ. Το χωλ οδηγεί στο σαλόνι, το λαμπρότερο δωμάτιο του άνω διαμερίσματος, που καταλαμβάνει τη μισή βόρεια πτέρυγα.

Από το σαλόνι περνά κανείς στην κρεβατοκάμαρα που βρίσκεται στη βορειανατολική γωνιά του διαμερίσματος. Νότια της κρεβατοκάμαρας, υπάρχει ένα άλλο μικρότερο δωμάτιο. Πιθανότατα, χρησιμοποιούταν σαν βεστιάριο.

Τη νοτιοανατολική γωνιά του διαμερίσματος καταλαμβάνει ένα μεγάλο δωμάτιο που στα χρόνια του Ανάργυρου χρησίμευε για πρόχειρη τραπεζαρία και γραφείο αυστηρά προσωπικό. Σ’ αυτό το ιδανικό για περισυλλογή και αυτοσυγκέντρωση χώρο, ο Ανάργυρος συνέλαβε τα μεγαλεπήβολα σχέδια του.

Την Τετάρτη 9/6/2021 το Περιφερειακό Συμβούλιο της Περιφέρειας Αττικής υπερψήφισε την 1η τροποποίηση του προγράμματος εκτελεστέων έργων της Περιφέρειας Αττικής, στην οποία περιλαμβάνεται το έργο: Αποκατάσταση οικίας Σ. Αναργύρου στις Σπέτσες και μετατροπή της σε πολιτιστικό πόλο – χώρο εκθέσεων, προϋπολογισμού 2.500.000 €.
Η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο νου όταν βρεθώ στις Σπέτσες είναι μια υπέροχη νεραϊδούλα που πετάει πάνω από τις παραλίες των Σπετσών και όλων των πέριξ.
Γράφει η Μαρίτα Σωροκιάδου
Οι φωτογραφίες από τον ιστότοπο της Χριστίνας Cosmopoliti. Οι πιο πολλές είναι από το γάμο του Ζάχου με τη Τζένη Καρέζη
Φορούσε ένα μικρό τουρκουάζ μπικίνι στο θαυμάσιο και λεπτότατο ηλιοκαμμένο κορμάκι της και έχει πυρόξανθα κοντοκομμένα μαλλιά. Την νεραϊδούλα τη λένε Μάγια. Μάγια Καλλιγά.
Σαν πιτσιρίκι όταν παραθέριζα στις Σπέτσες μου άρεσε τόσο να τη βλέπω στο εκπληκτικής ομορφιάς κότερό της να πηγαινοέρχεται να κολυμπάει να περπατάει πάντα και παντού ξυπόλυτη κι όχι μόνο στο σκάφος και τι σκάφος.
Ενα πανέμορφο τρεχαντήρι. Και ποιοι δεν ήταν επάνω καλεσμένοι… Άκουγα τους πιο μεγάλους που διηγόντουσαν πως όσοι είχαν ταβέρνες στις παραλίες που άραζε το κότερο εξασφάλιζαν έσοδα για 2 σεζόν μόνο από από τους ιλιγγιώδεις λογαριασμούς που πλήρωνε η Μάγια.
Οι παλαιότεροι παραθεριστές θα θυμούνται πιο πολλά. Μεγάλο μέρος της ζωής της πέρασε με τον θρύλο του Παναθηναικού ποδοσφαιριστή Κώστα Λινοξυλάκη.
Η Μάγια είχε άπειρα λεφτά, τα ξόδεψε όλα σε μια υπέροχη ζωή και βοήθησε τους πάντες που της το ζητούσαν χωρίς αντάλλαγμα.
Όταν πέθανε ετάφη στο Μοναστήρι των Αγίων Πάντων στις Σπέτσες.
Τα παλιά χρόνια γάμοι γινόντουσαν και στα σπίτια αντί στην εκκλησία.
Επίσης βαπτίσεις γίνονταν αντί στην εκκλησία, στην κολυμβήθρα, στη θάλασσα και ακολουθούσε γλέντι στην αμμουδιά, με χορούς, τραγούδια και φαγοπότι που κράταγε μέχρι το πρωί. Τα γαϊδουράκια δεμένα στα δέντρα, τραγουδούσαμε όλοι μαζί με το στόμα, συνοδεία καμιά κιθάρα ή βιολί και ακολουθούσαν τα γκαρίσματα των γαϊδάρων, που ήσαν τότε τα μεταφορικά μέσα. Από τον καιρό που ανέλαβε ο αείμνηστος Ιερόθεος τα κατήργησε όλα.
Θυμάμαι μια φορά, στην Μονή Αγίων Αναργύρων, ρίξανε δυο μωρά την ώρα της λειτουργίας και το έθιμο έλεγε όποιος ρίξει το μαντήλι του πάνω στο μωρό θα γίνει νονός. Έτσι μια κυρία πήρε το ένα και το άλλο μια δεσποινιδούλα. Μόλις σχόλασε η εκκλησία ετοίμασαν οι καλόγριες την κολυμβήθρα και λένε του παπά «Εμείς λόγω του πανηγυριού δεν μπορούμε να αναλάβουμε. Κανόνισε παπά μου και τα δυο μωρά στην ίδια κολυμβήθρα χωρίς ν’ αλλάξεις νερό γιατί είμαστε πολύ απασχολημένες και ούτε θα τα ψάλουμε». Αγρίεψε ο παπάς και λέει «Εγώ δυο παιδιά σε μια κολυμβήθρα δεν τα βαφτίζω και χωρίς ψάλτη». Εν τω μεταξύ έβλεπε το ένα μικρό που ήταν σαν παιδοβούβαλο χοντρό, ο παπάς ήταν λιγνός και ακούγοντας εγώ την συζήτηση του λέω «Παπά μου εγώ θα κάνω τον ψάλτη, μην στενοχωριέσαι».
Τέλος τον κατάφερα, άρχισε το μυστήριο, εγώ να φωτογραφίζω, να τραβάω βίντεο και να ψέλνω και την ώρα που πάει ο παπάς να βαφτίσει το μωρό ρωτάει την κουμπάρα «Και το όνομα αυτής;» Τώρα η νονά ή δεν άκουσε καλά ή δεν κατάλαβε και αντί να πει το όνομα του παιδιού, που θα ονόμαζαν Αργυρούλα, είπε το δικό της Μοιρούλα και σηκώνει το παιδί ο παπάς και λέει «Βαφτίζεται η δούλη του Θεού Μοιρούλα». Μόλις το ακούει ο πατέρας του μικρού το βουτάει από τα χέρια του παπά και τρέχει προς την έξοδο φωνάζοντας «Εγώ Αργυρούλα το έταξα και συ μου το λες Μοιρούλα!». Μόλις βγήκε έξω να ο Νικόδημος, τον βλέπει με το παιδοβούβαλο στα χέρια γυμνό και του λέει «Πού πας Χριστιανέ μου, έλα μέσα» και ρωτάει τον παπά «Γιατί δεν έπιασες το όνομα που θέλει ο πατέρας;» και λέει «Εμένα αυτό μου είπε η νονά και αυτό θα βάλω» η δε νονά να οδύρεται και να λέει «Δεν κατάλαβα». Του λέει ο Νικόδημος «Θα το βάλεις Αργυρούλα», ο παπάς ανένδοτος «Εγώ εκείνο έπιασα, εκείνο θα βάλω» «Βρε κάνε εκείνο που σου λέω!» Τότε του λέει «Παίρνεις εσύ την αμαρτία» και λέει ο Νικόδημος «Ναι την παίρνω εγώ» και έτσι τελείωσε η βάφτιση.
Οι δε γονείς του παιδοβούβαλου, από την σύγχυση που πήραν ανέβαλαν το τραπέζι για την άλλη βδομάδα και τους έχασα. Πάνε οι φωτογραφίες, πάει και το βίντεο. Τι να κάνεις, αυτά είναι τα τυχερά του επαγγέλματος, έκανα και τον ψάλτη χωρίς διάφορο…
Στέφος Αλεξανδρίδης
…………………………
Φωτογραφία: Βάφτιση στον Προφήτη Ηλία της Κουβέρτας, στην Ερμιόνη.
………………………………..
Δημοσιεύθηκε στον έντυπο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ στις 18/2/2009 και περιέχεται στο βιβλίο “Έρδι Στέφουα” (εξαντλημένο). Οι ιστορίες του Στέφου θα δημοσιεύονται – μέχρι… εξαντλήσεως – κάθε εβδομάδα από εδώ.

Συνεδρίασε με τηλεδιάσκεψη, σήμερα 31 Μαΐου, το Συμβούλιο Μουσείων υπό την Προεδρεία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Γιώργου Διδασκάλου.
Ανάμεσα στα θέματα της συνεδρίασης ήταν και η έγκριση του κτιριολογικού προγράμματος του Αρχαιολογικού Μουσείου Ερμιόνης (μετατροπή παλαιού δημαρχείου Ερμιόνης) του Δήμου Ερμιονίδας, της Π.Ε. Αργολίδας στην Περιφέρεια Πελοποννήσου.
Σημειωτέον ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα της Ερμιόνης φιλοξενούνται, ελλείψει Μουσείου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.
Από το 2018, το προηγούμενο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Ερμιονίδας είχε αποφασίσει να παραχωρηθεί το παλαιό Δημαρχείο στο ΥΠΠΟΑ, ώστε το νεοκλασικό κτήριο να μετατραπεί σε Αρχαιολογικό Μουσείο. Το κτίριο, το οποίο γειτνιάζει άμεσα με τα κατάλοιπα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής (φωτο), θα αποτελέσει κέντρο προβολής και ανάδειξης της μακραίωνης ιστορίας της πόλης αλλά και αφετηρία της αστικής πολιτιστικής διαδρομής και περιήγησης στην ευρύτερη περιοχή της Ερμιονίδας και της Αργολίδας.
Την εκπόνηση των μελετών αποκατάστασης του κτιρίου και την μετατροπή του σε Μουσείο αναλαμβάνει η κ. Μ. Βαρδινογιάννη σε συνεργασία με τον Δήμο. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας αναλαμβάνει την εκπόνηση της μουσειολογικής και μουσειογραφικής μελέτης.
Οι πληροφορίες είναι ευχάριστες, καθώς εγκρίθηκε, ομόφωνα, η ίδρυση του Μουσείου Ερμιόνης.

Εδώ και περισσότερες από εννέα δεκαετίες, η γραφική και πανέμορφη Ύδρα περηφανεύεται για τα αμυγδαλωτά του ζαχαροπλαστείου «Τσαγκάρης»
που έχουν γίνει το γλύκισμα «σήμα κατατεθέν» του νησιού και τα οποία απόλαυσε μέχρι και η Σοφία Λόρεν.
ρεπορτάζ: Αλέξανδρος Αλεξιάδης
Ήταν το μακρινό 1957 όταν στην Ύδρα γυρίζονταν η ταινία του Χόλυγουντ «Το παιδί και το δελφίνι» με πρωταγωνίστρια τη νεαρή τότε, αλλά πασίγνωστη, Σοφία Λόρεν.
Η ηθοποιός που έχει χαρακτηρίσει το νησί, σε συνέντευξη της στους New York Times, ως ένα από τα ομορφότερα μέρη σε όλον τον κόσμο, είπε πως δεν θα ξεχάσει ποτέ την Ύδρα και έκανε λόγο για ένα μαγικό μέρος.

Τότε ήταν που για πρώτη φορά μια σταρ του Χόλυγουντ δοκίμασε το υδραίικο αμυγδαλωτό του ιστορικού σήμερα ζαχαροπλαστείου «Τσαγκάρης» και ξετρελάθηκε. Όπως αναφέρει στο GRTimes.gr ο Δημήτρης Τσαγκάρης, συνεχιστής για 4η γενιά της οικογενειακής επιχείρησης, σύμφωνα με όσα του εξιστόρησε η γιαγιά του Άννα, τα αμυγδαλωτά άρεσαν τόσο πολύ στη Σοφία Λόρεν, που φεύγοντας για το εξωτερικό, μετά τα γυρίσματα της ταινίας, πήρε μαζί της και άλλα για να έχει μια… γλυκιά ανάμνηση.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Τσαγκάρη, η επιχείρηση «Τα Κυβέλεια» όπως λεγόταν τότε, λειτούργησε για πρώτη φορά το 1930 στο λιμάνι, από τον προπάππου του Αριστείδη Τσαγκάρη και ήταν η πρώτη καφετέρια στο νησί.
Τα ιστορικά “Κυβέλεια” το πρώτο ζαχαροπλαστείο στην Ύδρα που άνοιξε το 1930
Το 1955, ο γιος του ιδρυτή, Δημήτρης, πήρε τα «ηνία» της επιχείρησης, την οποία μετέφερε σε ξεχωριστή πλέον θέση κοντά στον κινηματογράφο ΓΑΡΔΕΝΙΑ, στο μέρος όπου συνεχίζει να στεγάζεται μέχρι και σήμερα.
Το 1995, «μπροστάρης» μπήκε ο Κυριάκος Τσαγκάρης, ενώ από το 2020, την οικογενειακή παράδοση ανέλαβε να συνεχίσει ο γιος του Δημήτρης, η 4η γενιά που οδηγεί την επιχείρηση ολοταχώς προς τα 100 χρόνια επιτυχημένης πορείας. Ο Δημήτρης, 29 ετών σήμερα, έχει σπουδάσει ζαχαροπλαστική στη «Le Monde» και ασχολείται με όλη τη γκάμα των γλυκών. Στα αμυγδαλωτά η «αυθεντία» τώρα είναι ο πατέρας του, που είναι και ο συνεχιστής σε αυτό το κομμάτι και τον βοηθάει και ο ίδιος. Ο Δημήτρης τελείωσε τις σπουδές του το 2014 και αμέσως ασχολήθηκε με τη ζαχαροπλαστική, τα πρώτα ερεθίσματα της οποίας είχε δεχθεί από παιδί, στην οικογενειακή επιχείρηση.
Από αριστερά, Δημήτρης, Άννα και Κυριάκος Τσαγκάρης
Τα αμυγδαλωτά, άρχισαν κυρίως από τη γιαγιά του Δημήτρη Τσαγκάρη, Άννα, η οποία ασχολήθηκε με την παραγωγή τους για 77 ολόκληρα χρόνια και σήμερα σε ηλικία 89 ετών, μπορεί να μην αντέχει τόσο πολύ, ωστόσο ακόμη προσπαθεί να βοηθήσει.
«Τα αμυγδαλωτά ξεκίνησαν στην ουσία από τη γιαγιά. Τα έφτιαχναν πάντα οι νοικοκυρές της Ύδρας, καθώς είχαν και αμυγδαλιές στα σπίτια τους, αλλά ο προπάππους μου ήταν αυτός που έκανε το πρώτο ζαχαροπλαστείο στο νησί και τα πουλούσε και από τότε διατηρήσαμε το γλυκό ως έχει και δεν το αλλοιώσαμε με άλλα υλικά» δηλώνει ο Δημήτρης Τσαγκάρης.

Ο ίδιος εξηγεί ότι τα δύο βασικά αμυγδαλωτά είναι ο ζαχαρομπακλαβάς και το «αχλαδάκι», τα οποία παράγονται με μόλις τέσσερα υλικά, σε…. μυστική αναλογία που τα κάνει μοναδικά. Βασικό συστατικό και των δύο, είναι το αμύγδαλο φυσικά και εκτός από αυτό περιέχουν ανθόνερο, ζάχαρη άχνη και σιμιγδάλι για το «δέσιμο».
«Από το 1930 ξέρουν όλοι αμυγδαλωτά μας και αυτό γιατί δεν αλλοιώθηκε καθόλου ο ζαχαρομπακλαβάς που είναι τετράγωνα κομμάτια που τα βάζουμε συσκευασμένα στο κουτί και κάθε συσκευασία έχει 10 κομμάτια. Είχαμε σκεφτεί κάποιες ιδέες με μαύρη σοκολάτα και κάποιες άλλες γεύσεις, αλλά δεν τις προχωρήσαμε γιατί το συγκεκριμένο γλυκό είναι και το σήμα κατατεθέν του νησιού και δεν θέλαμε να αλλάξει, να αλλοιωθεί» επισημαίνει.
Υδραίικος ζαχαρομπακλαβάς από τον Οίκο Αμυγδαλωτών Τσαγκάρη
Ο ζαχαρομπακλαβάς βράζεται στην κατσαρόλα κατά το στάδιο της προετοιμασίας, σε αντίθεση με το «αχλαδάκι» που ψήνεται και αυτή ίσως είναι η βασικότερη διαφορά τους.Το «αχλαδάκι», σύμφωνα με τον κ. Τσαγκάρη, το δίνουν συνήθως σε γάμους, βαφτίσια και σε εκδηλώσεις από παλιά. Είναι λίγο πιο «μπελαλίδικο» από τον ζαχαρομπακλαβά στον τρόπο παρασκευής του. Έχει την ίδια ακριβώς γεύση, αλλά έχει την ιδιαιτερότητα ότι ψήνεται και ότι το πλάθεις, το αφήνεις κάποια ώρα να «ξεκουραστεί» στη ζάχαρη άχνη, μετά αφού «τραβήξει» το ξαναπαίρνεις και το πλάθεις σε σχήμα αχλαδιού. Τα βουτάς μέσα στο ανθόνερο και περιχύνεις στο τέλος άχνη.
Τα αμυγδαλωτά “αχλαδάκια”
Μεγάλο ρόλο στην ποιότητα των συγκεκριμένων γλυκών, παίζει το ανθόνερο, το οποίο ο Οίκος Αμυγδαλωτών Τσαγκάρη, παίρνει από την αρχή της ιστορίας του από τον ίδιο προμηθευτή-επιχείρηση που επίσης μετράει 4 γενιές παράδοσης. «Είναι ένας από τους λόγους που το αμυγδαλωτό μας παραμένει εξαιρετικό και δεν έχει χάσει καθόλου από την ποιότητα του. Μια φορά δοκιμάσαμε ένα διαφορετικό και αλλοιώθηκε όλη η γεύση του γλυκού. Και το αμύγδαλο είναι από συγκεκριμένο προμηθευτή στο Κρανίδι» εξηγεί ο Δημήτρης Τσαγκάρης.
Τα ανάρπαστα αμυγδαλωτά, λέει ο ζαχαροπλάστης, τα προτιμούν και τουρίστες που πάνε στην Ύδρα από πολλές χώρες, αλλά και οι Έλληνες επισκέπτες. Πολλοί από αυτούς, όχι μόνο δοκιμάζουν το γλυκό, αλλά παίρνουν και μαζί τους και έτσι η γεύση «ταξιδεύει» εδώ και χρόνια σε πάρα πολλές περιοχές του κόσμου.
Ένα από τα πρώτα γλυκά που έφτιαξε ο ιδρυτής Αριστείδης Τσαγκάρης, ήταν η παραδοσιακή σήμερα υδραίικη πουτίγκα, συνταγή που είχε φέρει ο ίδιος από την Αμερική. Το γλυκό αυτό το έδιναν στα «Κυβέλεια», το πρώτο μαγαζί της Ύδρας από το 1930 και μέχρι και σήμερα, ο Δημήτρης Τσαγκάρης έχει την ίδια ακριβώς συνταγή στο ψυγείο του. Πρόκειται για ένα κέικ σιροπιασμένο, με σοκολάτα και σαντιγί με κερασάκι από πάνω, ενώ έχει και τρίμα αμυγδάλου και όπως λέει ο ζαχαροπλάστης είναι φανταστικό, ενώ παλαιότερα το προτιμούσαν και με παγωτό καϊμάκι: «Η συνταγή ήρθε από την Αμερική μεν, κατέληξε δε παραδοσιακή υδραίικη, καθώς εδώ και τόσα χρόνια φτιάχνεται με τον υδραίικο τρόπο και τα δικά μας υλικά».
Φέτος ωστόσο, μια άλλη συνταγή φαίνεται πως ήρθε να «ταράξει τα νερά», με την 4η γενιά να βάζει τη δική της «πινελιά» στην ιστορία της επιχείρησης. Ο Δημήτρης Τσαγκάρης έφτιαξε το πρώτο παγωτό αμυγδαλωτό το οποίο «κέρδισε» με την πρώτη κουταλιά όσους το δοκίμασαν μέχρι στιγμής. «Γίνεται ένας μικρός χαμός με αυτό και όσοι το δοκίμασαν τρελάθηκαν . Έρχονται διάφορα περιοδικά και με φωτογραφίσεις κτλ και το διαφημίζουμε γιατί πιστεύουμε ότι θα πάει εξαιρετικά καλά» λέει ο Δημήτρης Τσαγκάρης, εξηγώντας πως το ετοιμάζει:

«Στην ουσία έχω το χειροποίητο παγωτό που κάνω ούτως ή άλλως και το οποίο θέλει δύο μέρες για να γίνει. Λόγω των υλικών και της διαδικασίας, είναι πραγματικά χειροποίητο και αυτό το καταλαβαίνει αμέσως όποιος το δοκιμάσει. Καμία σκόνη, όλα αγνά υλικά, με δικό μας γάλα. Βάζω λοιπόν την ψίχα αμυγδάλου μόλις βγαίνει από τον αποφλοιωτή και το περνάω στο παγωτό ως τρίμμα και κομμάτια, στη βάση που είναι η βανίλια».

Η Ύδρα, αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή τουριστικά μέρη της χώρας μας και αυτός είναι ένας από τους λόγους που πολλά ξένα τηλεοπτικά δίκτυα, μικρές και μεγάλες παραγωγές, κάνουν συχνά την εμφάνιση τους. Κατά την παρουσία τους στο νησί συνήθως δεν παραλείπουν να αναφερθούν στο ξακουστό αμυγδαλωτό και τα τελευταία χρόνια πολλές φορές επισκέφτηκαν το ζαχαροπλαστείο, με τη γιαγιά Άννα να αναλαμβάνει τον ρόλο της παρουσίασης της διαδικασίας παρασκευής.

«Η γιαγιά έχει βγει πολλές φορές στην τηλεόραση και σε ελληνικά και σε ξένα τηλεοπτικά κανάλια και πρόσφατα σε ένα γαλλικό κανάλι, σε ένα γερμανικό και σε άλλα. Μας ξέρουν πλέον πολλές παραγωγές και όσοι θέλουν να μας βρουν ρωτάνε απλά που είναι το ζαχαροπλαστείο Τσαγκάρης. Έρχονται κυρίως πριν φύγουν από το νησί, γιατί οι περισσότεροι δεν αποχωρούν πριν δοκιμάσουν το υδραίικο αμυγδαλωτό» τονίζει ο κ. Τσαγκάρης.
Ο Κυριάκος Τσαγκάρης σε τηλεοπτική συνέντευξη
Το κοσμοπολίτικο νησί του Αργοσαρωνικού βέβαια, δεν έχει να περηφανεύεται μόνο για τα αμυγδαλωτά του, αλλά και για τη θέση που κατέχει ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως. Είτε για θαλάσσιο τουρισμό, είτε για λάτρεις της ηρεμίας ή και για εξορμήσεις ή ακόμα και για πολιτιστικά δρώμενα, υπάρχουν προτάσεις που ικανοποιούν όλα τα γούστα.
Το νησί προετοιμάστηκε άψογα για την έναρξη της φετινής τουριστικής περιόδου που επίσης γίνεται υπό τη σκιά της πανδημίας, με μια ουσιώδη διαφορά όμως σε σχέση με πέρυσι, που αλλάζει πολλά προς το καλύτερο. Όλοι οι επιχειρηματίες έχουν ήδη εμβολιαστεί για τον κορωνοϊό και στις επιχειρήσεις όλοι οι εργαζόμενοι κάνουν τα προβλεπόμενα self test κάθε εβδομάδα. Εξάλλου, από το σύνολο των κατοίκων του νησιού το 85% έχει εμβολιαστεί, γεγονός που δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για έναν ασφαλή, covid-free προορισμό.
Η Μπουμπουλίνα μαζί με την Μαντώ Μαυρογένους ήταν οι δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Επανάστασης του ’21.
Κόρη του Υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης Υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά.
Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα. Το 1797 ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.
Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.
Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου (της Βαλιντέ Σουλτάνας) κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.
Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.
Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντηκοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.
Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει.
Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ. Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου.
Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.
Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα. Το 2018, ήταν η σειρά της πατρίδας της να τήν τιμήσει. Με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 373, Τεύχος Γ, της 11 Απριλίου), της απονεμήθηκε ο βαθμός του υποναυάρχου επί τιμή, ο Πολεμικός Σταυρός Α ‘ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, για « τον απαράμιλλο ηρωισμό της, την αυτοθυσία και την αφοσίωση που επέδειξε προς το Ελληνικό Έθνος, τα οποία την κατέστησαν στη μνήμη όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων ως Εθνικό ιδεώδες», σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης.
Το νησί που ελάχιστοι γνωρίζουν κι ακόμη λιγότεροι το κατοικούν μόνιμα είναι μια πραγματική μαγεία.
Η περιοχή της Ερμιόνης. Αυτή είναι από τις πιο δημοφιλείς περιοχές της Ελλάδας για να πραγματοποιήσετε τις διακοπές σας για το καλοκαίρι. Είναι ένας ιδιαίτερος προορισμός, καθώς κάθε χρόνο το επισκέπτονται διάσημους ανθρώπους από κάθε άκρη του κόσμου.
Εκτός από την πολυτέλεια των ξενοδοχείων εκεί, όμως, η περιοχή προσφέρει και την ευκαιρία για μια σύνδεση με την αρχαιότητα, με τον πρωτοελλαδικό πολιτισμό. Αυτό, γιατί στα νερά της περιοχής, δίπλα στην Ύδρα, βρίσκεται η άγνωστη σε πολλούς νήσος Δοκός. Αυτή την έχουν χαρακτηρίσει «δεύτερη Δήλο» των ελληνικών νησιών. Επειδή, έχει κηρυχθεί σχεδόν ολόκληρη αρχαιολογική ζώνη.
Αυτό το στοιχείο δεν έχει ευχαριστήσει ιδιαίτερα τους ντόπιους. Δεν μπορούν, λόγω αυτού, να αξιοποιήσουν εμπορικά τις οικίες τους. Δηλαδή, να μπουν στο παιχνίδι του Airbnb. Αυτή, η κατάσταση του άθικτου, του αυθεντικού που έχει διατηρήσει o Δοκός, είναι που κάνει το νησί άκρως ελκυστικό. Αυτό ισχύει έστω και για ένα μονοήμερο πέρασμα.

Το ελκυστικόν του πράγματος ξεκινάει από την αρχαιότητα. Το πρώτο όνομα της περιοχής ήταν Απειροπία. Δηλαδή, το μέρος που κοιτάζει στο άπειρο. Όνομα αρκετά θαρραλέο για ένα μέρος που βρίσκεται στριμωγμένο ανάμεσα στην Ύδρα και την Πελοπόννησο. Έχει γύρω του πιο λαμπερά μέρη όπως το Πόρτο Χέλι ή τις Σπέτσες.
Το άπειρον του πράγματος πάντως δικαιολογείται από την προϊστορική πορεία του νησιού. Είναι από τα μέρη της χώρας που σύμφωνα με τις αρχαιολογικές εκτιμήσεις κατοικήθηκε πρώτο. Το αρχαιότερο ναυάγιο που βρέθηκε στον βυθό του το 1975 από τον Πίτερ Θροκμόρτον, χρονολογείται στην δεύτερη πρωτοελλαδική περίοδο (2700-2200/2100 π.Χ.). Κάτι που σημαίνει ότι από τότε υπήρχε στην περιοχή της Μεσογείου ανεπτυγμένη εμπορική δραστηριότητα.
Μάλιστα, αυτό το ναυάγιο είναι ο λόγος που η θάλασσα πέριξ του νησιού κηρύχθηκε αρχαιολογικό πάρκο και έβαλε τον Δοκό στο βιβλίο Γκίνες για το αρχαιότερο ναυάγιο στον κόσμο. Μαζί με την υποθαλάσσια αρχαιότητα, υπάρχει και η επίγεια, με τον μυκηναϊκό περίβολο να υποδηλώνει πολλά στοιχεία για τους ελλαδικούς πολιτισμούς της εποχής.
Ένα συμπέρασμα που επιτείνεται και από την μορφολογία του νησιού με τα υπολείμματα της καστροπολιτείας στον Όρμο του Σκίντου και εν γένει τα σημάδια που έχουν αφήσει σε αυτούς τους αιώνες Ενετοί, Τούρκοι και άλλοι πολιτισμοί. Ο Δοκός, ένα από τα ελάχιστα νησιά με αρσενικό όνομα, αποτέλεσε και το καταφύγιο αρκετών Υδραίων ναυμάχων στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης. Παράλληλα, το νησί διαθέτει έναν εντυπωσιακό φάρο.

Αντιλαμβάνεται κανείς πως μιλάμε για ένα μέρος με απτή Ιστορία, η οποία δεν έχει πειραχτεί καθόλου, κάτι που οφείλεται και στους ελάχιστους κατοίκους. Στην απογραφή του 2011 κατεγράφησαν 18 άτομα, εκ των οποίων μόνο μια 85χρονη γιαγιά μένει μόνιμα εκεί, με τους υπόλοιπους να έχουν μετακομίσει στην Ύδρα ή άλλα σημεία και να εμφανίζονται στον Δοκό το καλοκαίρι για να σφίξουν ξανά μεταξύ τους.
Ο Δοκός βρίθει σε όρμους με βραχώδη μορφολογία και γι΄αυτό το μπάνιο εκεί γίνεται μόνο με πρόσβαση διά θαλάσσης, δηλαδή είτε με σκάφος είτε με κάποιο θαλάσσιο ταξί. Τι λες, αξίζει μια ευκαιρία;
Τσούρμο, λέξη που χάθηκε σήμερα. Με ποιόν τσουρμάρησες;
Λέξεις παλιές και τόσο γνώριμες σε όλους εμάς που γνωρίσαμε τα γρι -γρι από κοντά, από μέσα θα έλεγα. Παλιοί καπεταναίοι και ιδιοκτήτες γρι – γρι που έγιναν ένα είδος λαϊκοί ήρωες. Ποιους να πρωτοθυμηθούμε από τους παλιούς, τον Πετιχάκη, το Μανώλη το Γκλέζο, τον Γιώργη τον Σουλιώτη, τον Γιώργη τον Λάμπρου, τον Βαγγέλη τον Βούλγαρη, τον Σταύρο τον Πιτσά, τον Απόστολο τον Λαύκα, τους Φασιλήδες (Μπουζαίους), τους Ιατρούς και τόσους άλλους που έπαιρναν τα καΐκια τους και το τσούρμο τους και αλώνιζαν την Ελλάδα; Πάτρα, Καβάλα, Ραφήνα, Κάρυστο, Πάχη και αλλού.
Βαριά δουλειά τότε η δουλειά του γριγριτζή. Τα δίχτυα μπαμπακερά το σήκωμα των διχτυών με τα χέρια, πέντε καλάδες κάθε βράδυ. Το πρωί πλύσιμο και άπλωμα, ψάξιμο για τυχόν τρύπες και μπάλωμα, τουμπάρισμα των διχτυών για να στεγνώσουν καλά, μάζεμα το μισό στο μεγάλο καΐκι, που είχε επικρατήσει να λένε «βενζίνα» και το άλλο μισό στο καΐκι που ακολουθούσε, το λεγόμενο «πισινό».

Το τσούρμο του γρι-γρι αποτελείτο από 25 άτομα, «συντρόφους» τους έλεγαν. Ήταν μια εικόνα πολύ ωραία την ώρα που τα γρι-γρι έφευγαν για δουλειά το απόγευμα. Έβλεπες το μεγάλο καΐκι μπροστά και το πισινό δεμένο στη βενζίνα να αναχωρούν, πίσω από το πισινό δεμένες μία προς μία οι πέντε μικρές βάρκες, οι «λάμπες», που έλεγαν. Ήταν μία σκηνή σαν να έβλεπες μια πάπια σε λίμνη που την ακολουθούσαν τα παπάκια. Στις λάμπες αφεντικό ήταν ο λαμπαδόρος. Οι λάμπες γυάλινες, μεγάλες, στρογγυλές, στην πρύμη της βάρκας. Μέσα στην βάρκα τα ντεπόζιτα του πετρελαίου, στεγανά με βαλβίδα για να μπορεί ο λαμπαδόρος να πρεσάρει αέρα με μια τρόμπα, και η πίεση του αέρα να εξαχνώνει το πετρέλαιο στο αμίαντο που είχε η λάμπα Λουξ και να ανάβει, φωτίζοντας την θάλασσα και μαζεύοντας τα ψάρια στο φως. Ωραία εικόνα αλλά για μας τους από έξω. Κατά τα μεσάνυχτα άρχιζε το καλάρισμα στις λάμπες.
Μετά την συλλογή των ψαριών, την τοποθέτηση στα τελάρα και το πάγωμα με τριμμένο πάγο, που τον έκοβαν σε μηχανή μέσα στο καΐκι, από κολώνες πάγου που είχαν προμηθευτεί την παραμονή, άρχιζε η αντίστροφη πορεία για το λιμάνι. Τα ψάρια πήγαιναν για τον μανάβη. Το δίχτυ τιναζόταν να καθαρίσει από υπολείμματα, πλενόταν στην θάλασσα και απλωνόταν για στέγνωμα και έλεγχο. Μια μέρα δουλειάς κοπιαστικής και με λίγο ύπνο είχε τελειώσει. H αμοιβή των συντρόφων για την δουλειά που προσέφεραν ένα «σκοτάδι» (μια περίοδο 24ων ημερών*), ήταν πενιχρή. Πριν φύγουν για ταξίδι κανόνιζαν την αμοιβή τους και έπαιρναν μπροστάντζα τα «πλάτικα» όπως έλεγαν, που πολλές φορές έμεναν σε αυτά. Αν το «σκοτάδι» είχε πάει καλά έκαναν και μερδικό από τα κέρδη της δουλειάς. Από ό,τι ακούγαμε εμείς τότε, σπάνια είχαν μερδικό ικανοποιητικό. Αυτό ένας το ξέρει, ο Θεός και το αφεντικό γιατί γινόταν. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Οι σύντροφοι δουλεύουν με μισθό. Οι περισσότερες δουλειές έχουν μηχανοποιηθεί, οι λάμπες έχουν γίνει ρομπότ (μικρές πλωτές πλατφόρμες με τις λάμπες επάνω τους και αντί πετρέλαιο γκάζι).
Οι ιστορίες και τα ανέκδοτα που έχουν σχέση με την δουλειά στα γρι – γρι πολλές και νόστιμες. Οι φάρσες που σκάρωνε ο ένας στον άλλο έξυπνες και έφερναν πολύ γέλιο. Μόνο έτσι μπορούσαν να ξεχάσουν τον κάματο της γρι – γριτζήδικης δουλειάς και να ξεσκάσουν. Για να τις αναφέρουμε θέλουμε βιβλίο. Εδώ θα αναφέρουμε μόνον μία. Ο καπετάν Δημήτρης ο Τράσσης, μεγάλος πλακατζής, δούλευε με το γρι – γρι του στο Αιγαίο. Ένας λαμπαδόρος του, παθολογικός ψεύτης, τους είχε ταράξει στο μούσι. Ανάμεσα σε όλα που είχε πει έλεγε και ιστορίες με θηρία που είχε αντιμετωπίσει. Μια ημέρα είχαν απλώσει το δίχτυ και ξεκουράζονταν σε ένα καφενεδάκι. Ο εν λόγω λαμπαδόρος είχε πάει κάτω από ένα δέντρο και είχε κοιμηθεί. Παρουσιάζετε ένας γύφτος με μια αρκούδα, του λέει τότε ο καπετάν Δημήτρης: «Θα σου δώσω καλούς παράδες αν βάλεις την αρκούδα να χαϊδέψει αυτόν που κοιμάται». Πράγματι έτσι έγινε. Μόλις ανοίγει τα μάτια του ο ψεύταρος παίρνει ένα δρόμο, που ακόμα τρέχει από τον φόβο m/mm του.
Εδώ θα κλείσουμε αυτή την μικρή αναφορά τους καπεταναίους. Όλους δεν μπορούμε να τους αναφέρουμε, ήταν τόσοι πολλοί, που πάλι θα θέλαμε να γεμίσουμε βιβλίο.
Φτύμης Τουτουτζής
Σημ. Στις 24 μέρες, που γινόταν το φεγγάρι «τόκα» (γέμιζε), δύο πρωτού γεμίσει και δύο όταν αδειάζει, το ψάρεμα σταματάει, γιατί τα ψάρια δεν τσιμπάνε. Τότε κάνανε το «μπαϊντούζι».
…………………….
Έχει δημοσιευθεί στην Ειδική Έκδοση «Κοιλάδα το ψαροχώρι της Αργολίδας» (καλοκαίρι 2002), του περιοδικού «Ματιές στην Αργολίδα», που εκδιδόταν από την Συντακτική Ομάδα του έντυπου ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ.
Οι φωτογραφίες είναι του Στέφου Αλεξανδρίδη