ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ βιβλιαράκι από τις εκδόσεις Εστία, που τιτλοφορείται «Τα Υλικά του Χρόνου», αποτελεί αυτοβιογραφική αφήγηση αναμνήσεων και εμπειριών της παιδικής-εφηβικής ηλικίας της συγγραφέως του Μαργαρίτας Μαντά. Μου φαίνεται ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, ευχάριστο, νοσταλγικό, αλλά και στις περιγραφές παιγνιώδες ανάγνωσμα. Η αφήγηση ξεκινά με τις θύμησες και εμπειρίες της συγγραφέως, από την ηλικία των έξι χρόνων, και φτάνει με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες για τη ζωή της, οι οποίες ανασύρονται από συσσωρεύσεις μνήμης που αποθεματοποίησε στη διαδρομή της, ως την έκτη τάξη του γυμνασίου. Όταν δηλαδή γίνεται 18 χρονών. Τον Οκτώβριο του 1981 μπαίνει στο πανεπιστήμιο. Το ευτυχές αυτό γεγονός «δεν προλαβαίνει να το δει» ο παππούς της, ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της περιπέτειάς της και κεντρικός ήρωας των πασχαλινών και καλοκαιρινών διακοπών της, στο νησί καταγωγής του πατέρα της, τις Σπέτσες.
ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ της Μαντά είναι απολαυστικό, γεμάτο μνήμες και γλυκιές αναμνήσεις. Αναπόφευκτα όλα, λίγο-πολύ, παραπέμπουν και στις δικές μας ανάλογες εμπειρίες. Πολλά κεφάλαια τα βρήκα αρκετά ενδιαφέροντα, πολύ καλογραμμένα και ανάλογα ευχάριστης ανάγνωσης. Στην περιγραφή των καλοκαιρινών διακοπών (πάντοτε διαρκείας), πριν μπει στο δημοτικό (περίπου όταν ήταν 10 χρόνια νεότερη από εμένα, όταν βίωσα την ίδια εμπειρία), αναφέρει τα εξής:
«Το καλοκαίρι, πριν πάω σχολείο στην πρώτη δημοτικού, ένα διαστημόπλοιο που το λένε ‘‘Απόλλων’’ φεύγει από τη Γη και καταφέρνει να φτάσει στη σελήνη. Τη λέξη ‘‘σελήνη’’ την μαθαίνω για πρώτη φορά εκείνο το καλοκαίρι, που ξαφνικά όλος ο κόσμος, αντί να λέει τη λέξη ‘‘φεγγάρι’’, που ξέρουμε όλοι, λέει τη λέξη ‘‘σελήνη’’, που δεν την ξέρουμε όλοι».
ΕΚΕΙΝΟ το καλοκαίρι, όταν το τρανζιστοράκι μετέδιδε την είδηση, εγώ ήμουν καθισμένος κάτω από τους μαυρόπευκους, στο μονοπάτι Αταλάντη του Τροόδους, στην κατάληξή του απέναντι από τον συνοικισμό του Χρωμίου, ακριβώς κάτω από τη Χιονίστρα. Μου θύμισε, ακριβώς, εκείνο το καλοκαίρι της ανθρώπινης βόλτας στο φεγγάρι, λέγοντάς μας πως:
«Αυτό το διαστημόπλοιο πάει λοιπόν στη σελήνη και για πρώτη φορά κάποιοι άνθρωποι καταφέρνουν να πατήσουν και να περπατήσουν στο φεγγάρι που είναι η σελήνη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν περπατάνε ακριβώς, πιο πολύ πετάνε γιατί στη σελήνη φεγγάρι δεν υπάρχει ‘‘βαρύτητα’’».
ΑΝΑΛΟΓΕΣ αναμνήσεις καλοκαιρινών διακοπών αναδύονται μέσα από τις επισκέψεις του παππού, της ίδιας και του αδελφού της, στο μοναδικό περίπτερο- βιβλιοπωλείο των Σπετσών του περίφημου Τσαπάρα, όπως επισημαίνει. Αυτά που γράφει παρακάτω, είναι, για μένα, συγκλονιστικά (όσο κι αν ακούγεται παράδοξο):
«Ο Τσαπάρας πουλάει εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, χάρτες, τουριστικούς οδηγούς, γόμες, μολύβια, ξύστρες, τετράδια και όλα, μα όλα τα μίκυ μάους που υπάρχουν και στην Αθήνα. Τον Μικρός Ήρως, τον Μίκυ, την Πάττυ, τη Μανίνα, τον Μπλεκ, την Κατερίνα, τη Σούπερ Κατερίνα, τον Πόλντο, τον Σούπερ Γκούφυ, τον Λούκυ Λουκ. Ο κύριος Μιχάλης είναι κουμπάρος του παππού και το μαγαζί του είναι για μας ο παράδεισος και ο τόπος της μυστικής συνωμοσίας ανάμεσα στον παππού και εμάς, ενάντια στις οδηγίες του μπαμπά. Γιατί ο μπαμπάς, όπως και η μαμά, απαγορεύει στον παππού να μας παίρνει όλων των ειδών τα μίκυ μάους κάθε μέρα. Επιτρέπει μόνο κάποια από αυτά μία φορά την εβδομάδα. Αλλά ο παππούς μάς παίρνει όλα τα μίκυ μάους που θέλουμε κάθε μέρα από τον κύριο Μιχάλη και μας βοηθάει να βρούμε κρυψώνες στο σπίτι να τα κρύβουμε για να μην ανακαλύψει ο μπαμπάς ούτε εμάς ούτε τον παππού».
ΠΡΑΓΜΑΤΙ, όλα τα έντυπα καλούδια που αναφέρει, παραπέμπουν στις δικές μου καλοκαιρινές επισκέψεις σε κάποια μαγαζιά στον Πρόδρομο (εκεί στην πλατεία και στον Κάτω Δρόμο), απ’ όπου προμηθευόμουνα τεύχη του Μικρού Ήρωα, του Μίκυ Μάους αλλά και σειρές Κλασικών Εικονογραφημένων και άλλα. Ήταν επίσης και οι επισκέψεις μου στα μαγαζιά της πλατείας Τροόδους (θυμάμαι, χαρακτηριστικά, τα News Stands στα μαγαζιά του «Φεραίου», απ’ όπου προμηθευόμουνα κάποιες αγγλικές εκδόσεις του Superman, αλλά και κάποια άλλα εγγλέζικα βιπεράκια. Ορισμένα από αυτά εξακολουθούν να βρίσκονται στη συλλογή μου (δυστυχώς τους Μικρούς Ήρωες και Κλασικά Εικονογραφημένα, τα μοίρασε η μάνα μου σε προσφυγόπουλα, μετά την εισβολή, όπως διαπίστωσα αργότερα με πόνο ψυχής), όπως για παράδειγμα το Dam Busters, με πολύ ενδιαφέρουσες φωτογραφίες των φραγμάτων που οι σύμμαχοι βομβάρδιζαν προς το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γερμανία, για να καταστρέψουν τη γερμανική βιομηχανία.
ΑΛΛΑ, ας περάσουμε τώρα σ’ αυτό που θα έλεγα ότι είναι μια κάποια πολιτικοϊστορική επισήμανση που προκύπτει, μέσα από το όμορφο αφήγημα της Μαντά. Στις σελίδες 135-141 του βιβλίου παρουσιάζεται μια ιδιάζουσα περιγραφή της βιωματικής εμπειρίας της Μαντά στις Σπέτσες, το καλοκαίρι του 1974.Ήταν τότε που «Όλοι οι μεγάλοι ακούνε συνέχεια ειδήσεις στα ραδιόφωνα, μιλάνε κρυφά μεταξύ τους και λένε ‘‘θεός φυλάξοι Παναγιά μου’’» και συνεχίζει παρακάτω για να περιγράψει τα γεγονότα, όπως συνέβησαν, ανήμερα του Προφήτη Ηλία το 1974. Περιγραφές πολύ λιτές, αλλά εξαιρετικά λεπτομερείς στη συναισθηματική φόρτιση που παράγουν, καθώς και στην ατμόσφαιρα που διαμόρφωναν αυτά τα γεγονότα, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού:
«Το πρωί που είναι να πάμε στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, ο μπαμπάς παίρνει πολύ νωρίς τηλέφωνο και ξυπνάει τον παππού και μιλάνε, κι η γιαγιά φωνάζει ‘‘ου ου Βαγγελίστρα μου’’ κι ο παππούς ανεβαίνει επάνω να μας ξυπνήσει χωρίς χάδια και μας λέει να μην το κουνήσουμε ρούπι απ’ το σπίτι.
Μετά αρχίζουν να βαράνε οι καμπάνες του Άγιου Γιάννη κι η κυρία Μπέμπα να φωνάζει πίσω απ’ τη μάντρα και μετά η Βαγγελιώ να φωνάζει απ’ την αυλή της κι όλη η γειτονιά βγαίνει έξω και βαράνε κι όλες οι καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησίες κι όλοι μαζί φωνάζουνε ‘‘πόλεμος, πόλεμος’’ κι απ’ όλα τα ραδιόφωνα ακούγεται η άγνωστη λέξη ‘‘επιστράτευση’’».
ΠΑΡΑΚΑΤΩ γίνεται ακόμα μια συγκλονιστική περιγραφή των γεγονότων, που παρουσιάζει βιωματικά έτσι:
«Το βράδυ όλη η γειτονιά πάει στου Πάτραλη που έχει τηλεόραση. Βγαίνει πάλι εκείνος ο κύριος με τη στρατιωτική στολή και τα μαύρα γυαλιά που τον λένε ‘‘Φαίδων Γκιζίκης’’ και τον είχαμε πρωτοδεί τον περασμένο χειμώνα που δεν έγινε τελικά πόλεμος. Λέει κάτι που δεν ακούμε γιατί όλοι φωνάζουνε και μουτζώνουνε και βρίζουνε τους Τούρκους και τσακώνονται γιατί ‘‘πάλι στην Ελλάδα σκατά τα κάναμε’’ και λένε τι θα κάνανε αυτοί για να μη γίνουνε πάλι όλα σκατά στην Ελλάδα.
»Μετά η τηλεόραση παίζει μόνο εμβατήρια και η μισή γειτονιά μαζεύεται στην αυλή μας κι ο παππούς κόβει πεπόνι και κεφαλοτύρι και κάθονται όλη νύχτα και μιλάνε και κανείς δεν μας λέει να πάμε για ύπνο μέχρι που πάμε όλοι μας γιατί κανένας δεν μας απαντάει σ’ αυτά που ρωτάμε κι όλοι ασχολούνται μόνο με τον πόλεμο».
ΤΟΤΕ, πρώτη μέρα της τουρκικής εισβολής, που είχα καταταγεί στην αεροπορία και θυμάμαι τα χαράματα της αποφράδας εκείνης μέρας που με μετέφερε ο πατέρας μου στην αεροπορική βάση Λακατάμειας, στην οποία πέρασα από τα στρατόπεδα του μηχανοκίνητου πεζικού αντί από την κεντρική πύλη. Φοβόμουνα τυχόν βομβαρδισμό της Βάσης, εκείνο το παράξενα τραγικό πρωινό του Ιουλίου. Και, βεβαίως, τα εμβατήρια δεν έπαυαν να παράγουν ηχητικά κύματα διαφόρων ντεσιμπέλ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και το βράδυ (κάτι που συνέχισε για πολλές άλλες μέρες, χωρίς, ωστόσο, να προκαλεί τον ενθουσιασμό που επιδίωκαν). Τον εχθρό ποτέ δεν τον «ρίξαμε στη θάλασσα». Μας περιγράφει επίσης ότι:
«Οι βεγγέρες τα βράδια στην αυλή μας αλλάζουν. Ο παππούς και οι γείτονες που μαζεύονται μιλάνε πιο λίγο μεταξύ τους και βλέπουνε πιο πολύ την τηλεόραση που δείχνει συνέχεια τον Καραμανλή κι άλλους πολιτικούς που λένε συνέχεια τη λέξη ‘‘Δημοκρατία’’ και τη λέξη ‘‘Εκλογές’’ που δεν τις έχουμε ξανακούσει ποτέ, ούτε από το ραδιόφωνο ούτε από την τηλεόραση.
»Μερικοί από τους μπαμπάδες των φίλων μας που φύγανε για τον πόλεμο γυρίζουνε πίσω και λένε πως τελικά δεν πήγανε ποτέ στον πόλεμο αλλά περιμένανε όλο το καλοκαίρι σε κάτι στρατόπεδα μέσα στη ζέστη».
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ για τον περίφημο πόλεμο, αυτόν τον αδιευκρίνιστο και αδιόρατο πόλεμο, τον οποίο η Μαντά δεν προσδιορίζει πού διεξάγεται, πέρα από το ότι είναι κάποιος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων (που τελικά δεν έγινε ποτέ), αν και στην Κύπρο, εκεί όπου έγινε, ήταν ένας πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων, της Κύπρου και της Τουρκίας και ήταν ένας πόλεμος πλήρης και ολοκληρωτικά καταστροφικός. Η περιγραφή των εκείνων των ημερών, όπως βιώθηκαν στις Σπέτσες, ολοκληρώνεται με τα εξής, χωρίς να γίνεται καμιά αναφορά στην Κύπρο, που την κατασπάραζαν οι Τούρκοι, επειδή, όπως λέει η Μαντά «πάλι στην Ελλάδα σκατά τα κάναμε»:
«Ένα πρωί ξυπνάμε πάλι από τα ραδιόφωνα και από τις καμπάνες που ξαναχτυπάνε και τώρα όλοι φωνάζουνε ‘‘Ε-ε-έρχεται, Ε-ε-έρχεται’’ και τρέχουνε με τα μηχανάκια στους δρόμους κορνάροντας κι αγκαλιάζονται και φιλιούνται κι εμείς ρωτάμε ποιος έρχεται αλλά πάλι κανείς δεν μας απαντάει και δεν μας δίνει σημασία».
ΑΥΤΟ, λοιπόν, το κεφάλαιο τελειώνει ούτω πως. Χωρίς καμιάν αναφορά για τον πραγματικό πόλεμο, αυτόν στην Κύπρο. Και την καταστροφή της. Είναι ή δεν είναι αυτό μία σημειολογικά σαφέστατη λογοτεχνική απαξίωση της ιστορίας και των γεγονότων της καταστροφής της Κύπρου, από, κατά τα άλλα, πολύ αξιόλογους πεζογράφους; Γιατί άραγε; Μήπως επειδή, το ούτω καλούμενο Εθνικό Κέντρο, στην πραγματικότητα, ουδέποτε κατανόησε τη γεωπολιτική και πολιτισμική αξία της Κύπρου για ολόκληρο τον Ελληνισμό; Η Κύπρος και το Κυπριακό, φαίνεται να μην εντάσσονται, ενδεχομένως, στην πολιτική ορθότητα, όπως προσλαμβάνεται από την ελληνική κοινωνία και διανόηση τις τελευταίες δεκαετίες (Δεν νομίζω, γι’ αυτό, να ευθύνονται μόνο οι Ελλαδίτες). Κάποιος πρέπει να ερμηνεύσει το πώς θα μπορεί η Ελλάδα να διατηρήσει το Αιγαίο (ως έχει σήμερα), αν το πάλαι ποτέ Εθνικό Κέντρο, εν τῇ ενδείᾳ του, επιτρέψει να απολέσει ο ελληνισμός την Κύπρο. Είμαι σίγουρος πως είναι φανερό, ότι δεν υπάρχει τίποτα το εθνικιστικό σε αυτά που μόλις έχω αναφέρει. Στην πραγματικότητα, μου φαίνονται απλώς διαπιστώσεις και διατυπώσεις κυνικού ρεαλισμού.
ΑΥΤΗ η παρατήρηση, δεν μπορεί παρά να με παραπέμψει σε κάποιες παρατηρήσεις στα προφητικά κείμενα του Κωστή Χατζηκωστή, που για χρόνια μας προειδοποιεί για την ανάγκη «η Ελλάδα ν’ αντιληφθεί ότι η Κύπρος είναι το 75% της Στρατηγικής της δύναμης. Αν χαθεί η Κύπρος, θα χαθεί και το μισό Αιγαίο και όχι μόνον. Πρέπει να σοβαρευτεί η Ελλάδα. Μας χρωστά πολλά. Και πρέπει να αφιερώνει χρόνο και να συμβάλλει υπεύθυνα στους εθνικούς αγώνες και στην προσπάθεια σωτηρίας της Κύπρου. Όσα προβλήματα κι αν έχει η ίδια, όσο τσαλακωμένη κι αν είναι σήμερα. Γιατί και η στρατηγική ισχύς της Ελλάδος είναι η Ελεύθερη και Ανεξάρτητη Κύπρος. Μετά την εκκωφαντική αποτυχία στην Ελβετία, οι Έλληνες πρέπει να αφυπνισθούν, προτού τους ξυπνήσουν οι τουρκικοί αλαλαγμοί νέων εθνικών συμφορών» (Από το άρθρο του Κωστή Χατζηκωστή «Μετά την Ελβετία», που δημοσιεύθηκε στις 9/7/2017, στην εφημερίδα «Σημερινή»).
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ από την πιο πάνω παρατήρηση, τα «Υλικά του Χρόνου» της Μαργαρίτας Μαντά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και καλογραμμένο αφήγημα, που αξίζει να διαβάζεται. Είναι μαρτυρία εποχής, που κατατίθεται με καθαρότητα και εντιμότητα, λιτού λόγου.

*Χρηματοοικονομικός Επίτροπος
Παύλος Θ. Ιωάννου
πηγή
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Οπόχει κόρην ακριβή,
Του Μάρτη ήλιος μην τη δει’
Εσείς φορέσατε το Μάρτη σας;
Πρώτος μήνας της Άνοιξης, πρώτος του χρόνου για τους Ρωμαίους που έδωσαν το όνομά του προς τιμήν του θεού του πολέμου Άρη, Mars στα Λατινικά, γιατί τότε ξεκινούσαν τις πολεμικές τους εκστρατείες.
‘Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα’ λέει ο λαός μας, και για να προστατευθούν από το Μεσογειακό ήλιο φορούσαν στο αριστερό χέρι βραχιολάκι από στριμμένη κόκκινη και άσπρη κλωστή ως το τέλος του μήνα, και τότε τον κρεμούσαν στις τριανταφυλλιές ‘για να κοκκινίζουν τα μάγουλά τους, ή τον τυλίγανε σε μια πετρούλα και τον βρέχανε στο πηγάδι για να ‘ναι δροσερές, ή τον έκαιγαν στη λαμπάδα της Ανάστασης. (Α. Κυριακίδου- Νέστωρος, 1982)
Δριμύς ο ήλιος και γι’ αυτό οι τρεις πρώτες μέρες του Μάρτη είναι δρίμες, θεωρούνται, δηλαδή, επικίνδυνες κι έτσι δεν πλένουν ρούχα για να μην τους λιώσουν, δεν κόβουν ξύλα για να μη σαπίσουν, και για να μην πέσουν τα μαλλιά τους δεν λούζονται.
‘Μάρτης είναι, νάζια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει, αλλά και ‘Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης’, ο καιρός είναι άστατος, γιατί ο Μάρτης, λένε, έχει δυο γυναίκες, μιάν όμορφη που όταν την κοιτάει χαμογελάει και έχει λιακάδα και μιαν άσχημη που όταν την κοιτάει ο καιρός χαλάει.
Με τον ερχομό της άνοιξης έρχονται μαζί κι οι επιδημίες κι ένα σωρό ζωύφια, γι’ αυτό τον καλωσορίζουν λέγοντας
“Ήρθες Μάρτη, ήρθ’ η γειά σου
Ήρθ’ η πληθομαμουδιά σου”
Όμως αυτό που σηματοδοτεί τον ερχομό της άνοιξης το Μάρτη δεν είναι άλλο από την επιστροφή των χελιδονιών.
Πηγή: ‘Οι Δώδεκα Μήνες, Τα Λαογραφικά, Α. Κυριακίδου-Νέστορος, 1982, Θεσσαλονίκη)
Λαογραφικό Κέντρο Κρανιδίου
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Το σχολείο Θηλέων στα τέλη του 19ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια της νέας 10ετίας του 20ου αιώνα στεγαζόταν, καθώς φαίνεται, σε δημοτικό κτήριο που βρισκόταν στην ίδια θέση όπου στη συνέχεια οικοδομήθηκε το Σχολείο του Συγγρού για να στεγαστεί εκεί, από το έτος 1904, το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης.
Η απόφαση της κατασκευής του πάρθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1900 από το Εποπτικό Συμβούλιο του Νομού Αργολίδας, το οποίο στην 37η πράξη του §2 αναφέρει προς τον Υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να ενεργήσουν για την κατασκευή διδακτηρίου στην Ερμιόνη γιατί «το υπάρχον δημοτικόν διδακτήριον του Σχολείου Θηλέων όπερ κείται εν θέσει καταληφθησομένη υπό του νέου διδακτηρίου, δεν δύναται να μετασκευασθή ούτως ώστε να επαρκέση εις τας ανάγκας του 2/ταξίου Σχολείου Θηλέων».[1]
Μετά την έκδοση δύο υπουργικών αποφάσεων για τη διενέργεια των μειοδοτικών δημοπρασιών που δημοσιεύτηκαν η πρώτη (υπ’ αρ. 19605/24-10-1900) στο Φ.Ε.Κ. 331/28 Οκτωβρίου 1900 και κατέστη άγονη, η δε δεύτερη (υπ’ αρ. 23373/4-12-1900) στο Φ.Ε.Κ. 385/8 Δεκεμβρίου 1900 επί υπουργίας Σ. Στάη. Τα κείμενα και των δύο δημοπρασιών είναι ακριβώς τα ίδια και αποτελούνται από 6 άρθρα. Η δεύτερη δημοπρασία, όπως και η πρώτη, «διενεργήθη» στο Ναύπλιο από 12-14 Ιανουαρίου. Την άνοιξη του ίδιου έτους ξεκίνησαν οι εργασίες οικοδόμησης του διδακτηρίου σύμφωνα με τα σχέδια του Δημητρίου Καλλία (1859-1939) μηχανικού του Υπουργείου των Εσωτερικών.

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

Ο Δημ. Καλλίας με καταγωγή από τη Χαλκίδα μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή των Τεχνών, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Πολυτεχνείο, ως πολιτικός μηχανικός συνέχισε τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε τέσσερις (4) τύπους διδακτηρίων (Τ/Α΄6/τάξιο, Τ/Β΄4/τάξιο, Τ/Γ΄2/τάξιο, Τ/Δ΄ μονοτάξιο) ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών.

Αντίγραφο του πρωτότυπου τυπικού μονοθέσιου Β’ τύπου (κάτω δεξιά υπογραφή Καλλία).

Το Σχολείο «Συγγρού» της Ερμιόνης ήταν τύπου Γ΄2/τάξιο με προϋπολογισμό δαπάνης του έργου δεκαεννέα χιλιάδες (19.000) δραχμές. Τα χρήματα θα πληρώνονταν από τη διαθήκη του Ανδρέα Συγγρού και τα εκπαιδευτικά τέλη, όπως ο νόμος όριζε. Το κτήριο, αν και δεν αναφέρεται πουθενά η ημερομηνία αποπεράτωσής του, φαίνεται, να τελείωσε στις αρχές του 1904.
Έτσι την ίδια σχολική χρονιά στεγάστηκε σ’ αυτό το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων μέχρι το 1929, οπότε και νομοθετήθηκε η συνεκπαίδευση των δύο φύλων.
Η θέση του μοναδική σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της ήσυχης πόλης. Με ανατολικό προσανατολισμό που άφηνε τη ματιά να ανταμώνει τα νερά του Ερμιονικού κόλπου και να «αρμενίζει» στον απέραντο θαλασσινό ορίζοντα που ξανοιγόταν μπροστά της. Εκείνη η προκλητική θέα ήταν που έκανε τη σκέψη των παιδιών να πετά και να αναδεύει μυθολογικές διηγήσεις και ταξίδια κοντινά ή μακρινά που έφταναν ίσαμε την Μπαρμπαριά θαλασσοδαρμένων ναυτικών της Ερμιόνης που μπορεί να ήσαν γονείς, συγγενείς ή φίλοι τους.
Η αρχιτεκτονική του μορφή νεοκλασική, σε έντονη αντίθεση με το περιβάλλον πρόβαλε κυρίως με την μπροστινή του όψη σαν «μικρό Πανεπιστήμιο». Άλλωστε καθώς μας πληροφορούν οι ειδικοί όλα τα Σχολεία τύπου Καλλία (Συγγρού) ήσαν αποτύπωμα του ίδιου προτύπου που παρέπεμπε, ανάλογα του τύπου του, λιγότερο ή περισσότερο στο κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το διδακτήριο ισόγειο, επίμηκες, υπερυψωμένο, επιβλητικό, αγέρωχο, μεγαλειώδες. Ελεύθερο από τις τρεις πλευρές του βόρεια, δυτικά και ανατολικά με την πέτρινη σκάλα και έξι σκαλοπάτια σε σχήμα Π. Μεγαλύτερο το πρώτο καθώς την ανεβαίνουμε και μικρότερο το τελευταίο σε οδηγούν στη μεγάλη δίφυλλη πόρτα της εισόδου. Αυτή είναι στολισμένη με δύο παραστάδες (τετράγωνος κολόνες), μια σε κάθε πλευρά που φέρουν κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ πάνω από την πόρτα βρίσκεται τριγωνικό αέτωμα με τρία ακροκέραμα, ανθέμια εννέα φύλλων με το μεσαίο φύλλο της κορυφής μεγαλύτερο των άλλων.
Τα παράθυρα μεγάλα, στενόμακρα, ξύλινα, τέσσερα δεξιά και τέσσερα αριστερά με κορνίζες ανάμεσα, προβάλλουν το αισθητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα βοηθούν τον άπλετο μονόπλευρο φωτισμό των αιθουσών και την εύκολη ανανέωση του αέρα. Ένας διάδρομος στον κεντρικό άξονα της εισόδου χώριζε τις δύο αίθουσες διδασκαλίας, ενώ υπάρχει και τρίτη αίθουσα που προοριζόταν για γραφείο των διδασκαλισσών. Στο εσωτερικό υπάρχουν δύο πόρτες εξόδου των μαθητών για διάλειμμα στην ευρύχωρη αυλή του Σχολείου, που βρισκόταν στο δυτικό μέρος.
Η στέγη του διδακτηρίου δικλινής, με εντυπωσιακή κορυφογραμμή, κεραμοσκεπής. Έξι ακροκέραμα, λιτά, ανθέμια των εννέα και έντεκα φύλλων, ανομοιογενή, ένα σε κάθε γωνιά του κτηρίου και από ένα στις δύο άκρες της κορυφογραμμής σχηματίζουν δύο νοητά τεράστια τρίγωνα βόρεια και νότια. Το διδακτήριο στην αρχική του μορφή είχε και υπόγειο με είσοδο από την αυλή και φεγγίτες στην πρόσοψη.
Ασφαλώς το περιώνυμο Σχολείο του Συγγρού ή Σύγγρειο Σχολείο, όπως συνήθιζε να το ονομάζει ο αείμνηστος πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου Απόστολος Γκάτσος, ήταν το μεγαλοπρεπέστερο και λαμπρότερο από τα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια που οικοδομήθηκαν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα στην πόλη μας. [2]
Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του Σχολείου 1904 – 1905 ήσαν εγγεγραμμένες εκατόν τριάντα πέντε (135) μαθήτριες. Στην Α’ τάξη σαράντα τέσσερις (44), στη Β’ σαράντα (40), στην Γ’ τριάντα τρεις (33) και στην Δ’ δεκαοκτώ (18) ενώ φοίτησαν εκατόν είκοσι επτά (127). Διευθύντρια του Σχολείου ήταν η Μαρία Νικολέττου και δεύτερη δασκάλα η Αικατερίνη Φρούτα από τις Σπέτσες.

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

Αργότερα όταν προστέθηκαν οι τάξεις Ε’ και Στ’ και το Σχολείο έγινε 3/τάξιο χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα το γραφείο των διδασκαλισσών, ενώ η τρίτη δασκάλα που διορίστηκε ήταν η Ερμιονίτισσα Χαριτίνη Παπαμιχαήλ-Σταυριανού.
Στις 4 Ιουλίου 1927 ο υπομηχανικός Μαζαράκης με σημείωμά του ενημερώνει ότι το διδακτήριο Θηλέων Ερμιόνης τύπου Καλλία, που ήδη είχε υποβιβαστεί σε 2/τάξιο, «χρήζει των εξής επισκευών»:
  • Επισκευή της στέγης
  • Επισκευή των κουφωμάτων και τοποθέτηση μερικών στηριγμάτων
  • Ελαιοχρωματισμό των κουφωμάτων
  • Υδροχρωματισμό εξωτερικό και εσωτερικό
  • Τοποθέτηση μιας υδρορροής στο υπόστεγο
«Δια τας ως άνω επισκευάς θα δαπανήση η Κοινότης εκ των εσόδων της».
Δύο χρόνια αργότερα, το 1929, με τη θεσμοθέτηση της συνεκπαίδευσης των δύο φύλων, δημοσιεύτηκε το Π.Δ. συγχώνευσης του 3/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων σ’ ένα 5/τάξιο μικτό Σχολείο, Φ.Ε.Κ. 257/2 Αυγούστου 1929.
Επειδή, ωστόσο, το νέο διδακτήριο που κτιζόταν σε δημοτικό οικόπεδο στην άκρη τότε της πόλης για να στεγαστεί το 5/τάξιο μικτό σχολείο δεν είχε ολοκληρωθεί, χρησιμοποιήθηκαν για τα τρία χρόνια οι αίθουσες των Σχολείων του Συγγρού, του Καποδιστριακού και του Στρατώνα.
Αυτό επαναλήφθηκε και τα επόμενα χρόνια, όταν οι αίθουσες του «νέου» διδακτηρίου δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες. Τότε πάλι το Σχολείο του Συγγρού χρησιμοποιήθηκε εφεδρικά στεγάζοντας ανά μία τάξη κατ’ έτος.
Το 1931, σύμφωνα με δημοσίευμα του Βασίλη Λιάτζουρα στην εφημερίδα «Ναυπλιακή Ηχώ», στο Σχολείο του Συγγρού στεγάστηκε, για μια τετραετία περίπου, η Ταπητουργική Σχολή, στην οποία εργάζονταν με αμοιβή δέκα πέντε (15) κορίτσια που μάθαιναν ταυτόχρονα και την τέχνη της ύφανσης των ταπήτων. Έτσι η Σχολή «συν τω χρόνω θα αποβή ένας καλός παράγων δια την οικονομικήν ζωήν του τόπου», υποστήριζε ο Βασίλης Λιάτζουρας.
Διευθυντής της Σχολής ήταν ο Βασίλειος Μεταξάς σχεδιαστής, ειδικός στην ταπητουργία, ενώ την εφορευτική επιτροπή της Σχολής αποτελούσαν οι Μιχαήλ Δεληγιάννης, Δημήτριος Παναγιώτου, Γρηγόρης Καραγιάννης και Άγγελος Παπαμιχαήλ.
Με τον διορισμό του δασκάλου μας Μιχαήλ Παπαβασιλείου στην Ερμιόνη και ιδιαίτερα με την ανάληψη της Διεύθυνσης του Δημοτικού Σχολείου κάθε γωνιά του Σύγγρειου αναδεικνύεται και αξιοποιείται προς όφελος των μαθητών και γενικότερα της νεολαίας της Ερμιόνης.
Εδώ, λοιπόν, για μια 20/ετία (1940-1960) στήνεται η «Θεατρική Σκηνή» του Δημοτικού Σχολείου που με το μεράκι, το ταλέντο, τη γνώση, την τέχνη του δασκάλου ανεβαίνουν από τους μικρούς μαθητές αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις κυρίως στις εθνικές γιορτές και στη λήξη των μαθημάτων. Οι γιορτές αυτές άφηναν έντονο το αποτύπωμά τους στην κοινωνία της πόλης και είναι αρκετοί αυτοί που μέχρι σήμερα τις θυμούνται και τις νοσταλγούν.[3] Εδώ, στη μεγάλη αυλή του Σχολείου, δημιουργείται ο σχολικός κήπος και παίρνει σάρκα και οστά το όραμα των σχολικών συνεταιρισμών και της συνεργασίας με τα προϊόντα που καλλιεργούσαν οι μαθητές να τα πωλούσαν οι ίδιοι. Με τα χρήματα που κέρδιζαν αγόραζαν εποπτικό υλικό για τις ανάγκες του σχολείου ή τα χρησιμοποιούσαν για την κάλυψη των αναγκών απόρων συμμαθητών τους καθώς και σε εράνους και άλλους φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Εδώ παρασκευαζόταν και μοιραζόταν στους μαθητές το πρωινό συσσίτιο που περιλάμβανε το σοκολατούχο γάλα, φτιαγμένο από την κυρά-Τριάδα, το κίτρινο Ολλανδίας και το σταφιδόψωμο ζυμωμένο από τον φούρναρη Παντελή Κομμά.
Εδώ ήταν η έδρα των ερυθροσταυριτών και της ομάδας, των ναυτοπροσκόπων της Ερμιόνης, που ανασύστησε ο δάσκαλος και λάμπρυνε με τη συμμετοχή της τις παρελάσεις καθώς και άλλες εκδηλώσεις κάτω από τους ήχους των τυμπάνων και των σαλπίγγων που «έπαιζαν» οι ναυτοπρόσκοποι.
Οι πολλαπλές δραστηριότητες που γίνονταν εκεί καθώς και η επιβλητική «θωριά» του κτηρίου έκαναν το Σχολείο να φαντάζει τεράστιο στα παιδικά μας μάτια!
Τη 10/ετία του ’50 το Σχολείο νοικιάζεται από τον αείμνηστο Λευτέρη Γ. Γκάτσο και η μεγάλη μονοκόμματη αίθουσα μετατρέπεται σε αίθουσα κινηματογράφου. Είναι ο πρώτος κινηματογράφος που λειτούργησε στην Ερμιόνη με την ονομασία «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» προς τιμή του φημισμένου μουσικού της Ερμιόνης Λάσου του Ερμιονέα, που έζησε την 58η Ολυμπιάδα και χρονολογικά συμπίπτει με το 548 – 545 π.Χ.
Το όνομα του κινηματογράφου που ήταν γραμμένο με μαύρα κεφαλαία γράμματα στην πρόσοψη του κτηρίου το έδωσε ο αείμνηστος Άγγελος Παπαβασιλείου παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη δωρεάν παρακολούθηση των κινηματογραφικών ταινιών για έναν μήνα! Τα χρόνια που ακολούθησαν τον κινηματογράφο ανέλαβαν οι Στέφος Αλεξανδρίδης και Γιάννης Σαλαμούρης μετονομάζοντάς τον σε «ΜΟΝ ΣΙΝΕ». Θυμάμαι ορισμένα παιδιά να στέκονται υπομονετικά στην είσοδο του κινηματογράφου περιμένοντας κάποιον γνωστό τους να πληρώσει το εισιτήριο ή να τους βάλει μέσα …«δωρεάν».
Όταν δημιουργήθηκε ο νέος κινηματογράφος, χειμερινός και θερινός του Δημητρίου Πάλλη στο Λιμάνι με το όνομα «ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ», το κτήριο του Συγγρού παρέμεινε για είκοσι χρόνια εγκαταλελειμμένο με αποτέλεσμα να το λαφυραγωγήσει ο χρόνος, γιατί όπως λέει και ο λαός «Σπίτι που δεν κατοικείται φεύγει».
Ήδη από τα μέσα της 10/ετίας του 1970 το ιστορικό κτήριο είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημαντικές φθορές. Στις 10 Ιουνίου 1976 ο αείμνηστος πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου Απόστολος Γκάτσος, ενημέρωνε το Δ.Σ. ότι το Σχολείο Συγγρού καταρρέει και υπάρχει άμεση ανάγκη αποκατάστασής του.
Πράγματι, το 1978, με τη συμπαράσταση του τοπικού βουλευτή Ιωάννη Κοντοβράκη και με τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Παιδείας (Ο.Σ.Κ.) ο Ερμιονικός Σύνδεσμος κατάφερε να διασώσει το ιστορικό κτήριο.
Έναν χρόνο αργότερα με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 555/15 Ιουνίου 1979 το διδακτήριο Συγγρού της Ερμιόνης χαρακτηρίστηκε ως «Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο», όπως έχουν χαρακτηριστεί και όσα σχολεία Συγγρού διασώθηκαν μέχρι σήμερα.
Με το Π.Δ. 530/11 Ιουλίου 1979 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 163/19 Ιουλίου 1979 ιδρύθηκε το Γυμνάσιο Ερμιόνης, πόθος πολλών δεκαετιών των κατοίκων της πόλης μας και στεγάστηκε στο Σχολείο του Συγγρού.
Τα εγκαίνια έγιναν μέσα σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα στις 25 Σεπτεμβρίου 1979. Τον επόμενο χρόνο, πάλι με ενέργειες του Ερμιονικού Συνδέσμου και ιδιαίτερα της κυρίας Άννας Ψαρούδα Μπενάκη, που ήταν τότε Γενική Γραμματέας του Συνδέσμου, προς το Υπουργείο Παιδείας εγκρίθηκαν άλλες διακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές (250.000 δρχ.) για την επισκευή της πρόσοψης του Σχολείου, ενώ σημαντική ήταν και η προσφορά της τοπικής κοινωνίας για την ολοκλήρωση του έργου με πρωτεργάτη τον Σύλλογο Γονέων του Σχολείου, που είχε ήδη συσταθεί.
Το Γυμνάσιο στεγάστηκε εκεί για μια 10/ετία, μέχρι το 1990, οπότε μεταφέρθηκε στο «δικό του» διδακτήριο, που είχε κατασκευαστεί ήδη στα «Αλώνια».
Το 2004 η Δημοτική Αρχή Ερμιόνης προχώρησε σε εκτεταμένη αλλά και απαραίτητη ανακαίνιση του κτηρίου και του προαύλιου χώρου δίνοντας έτσι ζωογόνα πνοή στο εκατοντάχρονο πλέον Σχολείο, που το 2007 ονομάστηκε «Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης».

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

Το 2014 η πρώτη Δημοτική αρχή του νέου Δήμου Ερμιονίδας με πρώτο Δήμαρχο τον Δημήτρη Καμιζή, γιατρό με ιδιαίτερη καλαισθησία, εμπλούτισε και διακόσμησε τους εσωτερικούς χώρους (καθίσματα, φωτισμό), ενώ η αίθουσα σήμερα διαθέτει και τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό.[4]
Θεωρώ πως είναι αξιομνημόνευτες οι γενιές εκείνες των συμπολιτών μας που κράτησαν ολόρθο το σχολείο Συγγρού όπως και το Καποδιστριακό συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες. Συγχαρητήρια, όμως, αξίζουν και σ’ εκείνους που το αναζωογόνησαν, ανανέωσαν την αισθητική του και είχαν την έμπνευση να αναπροσαρμόσουν και να εξελίξουν την αποστολή του, ώστε σήμερα να φαντάζει ως η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου μας αλλά και ένας διαχρονικός και συνάμα γοητευτικός ναός της γνώσης και του πολιτισμού μέσα στην πόλη. Σε μας απομένει ο σεβασμός, το ενδιαφέρον και η φροντίδα τούτου του κτηρίου, που είναι ομολογουμένως ζηλευτό στολίδι της Ερμιόνης.
Ήταν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι από κείνα που η Ερμιόνη «βράζει» και παλεύει με τους 40ο βαθμούς, ενώ οι ρυθμοί της ζωής επιβραδύνονται. Βρέθηκα εκεί -στου Συγγρού- με το βλέμμα πάντα …αδηφάγο και απαιτητικό. Ήθελα να αποτυπώσω με όση περισσότερη ακρίβεια μπορούσα στοιχεία του εξωτερικού χώρου και της γειτονιάς, «που τον έφερα ολόγυρα» γνωρίζοντας ότι πάντα ορισμένες «λεπτομέρειες» πολύ σημαντικές γλιστράνε μέσα από τα χέρια «σαν το χέλι»!
Η ματιά μου έπεσε στα έξι σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου. Ήταν ακριβώς όπως τα θυμόμουν. Γονάτισα και παρατήρησα πάνω στις ταλαιπωρημένες μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες. Πρώτο και δεύτερο σκαλοπάτι τα αρχικά Κ.Ι.Κ., στο κέντρο και στο πλάι. Τρίτο, το όνομα Γεώργιος Σκούρτης με ημερομηνία 12-4-64. Τέταρτο, τα αρχικά Α.Α.Οι., ενώ στο πέμπτο ολογράφως το όνομα του Άγγελου Αναστασίου Οικονόμου 1964. Είχε και δικαίωμα, σκέφτηκα, γιατί ήταν γείτονας! Στο έκτο, «δικαιωματικά» πάλι, το όνομα ενός γειτονόπουλου, Δημήτρης Ευσταθίου Λίτσας. Ο γερασμένος πεύκος πλαγιαστός, έτσι τον θυμάμαι πάντα, όχι κυρτωμένος, δίπλα στο σπίτι του Δημήτρη, μας κράτησε για λίγο στη σκιά του, ενώ το διπλανό πεζούλι αποκαλυπτικό και με πολλές …εκπλήξεις, μας περίμενε!

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Αρχίσαμε να διαβάζουμε από Β. προς Ν. Αδαμαντία Κρική, Αργυρούλα Σαρρή Ερμιόνη 1965 και ένας Σταύρος Αγ; 1965. Συνεχίζουμε, Ιωάννης και Δημήτρης Λίτσας, αδέλφια, 1965, Α. Μερτύρης 1938,13 ετών και Γ.Μ. 1938, παιδιά μιας άλλης δεκαετίας, προπολεμικής και ακόμη Ε. Π. Παυλίδης 1960, ΣΙΔ 1951, ΚΑΣ 1957, ΘΔΣ 1947, ΠΕΖ 1947, ΕΣΜ, ΚΕΖ και δύο ολόκληρες πλάκες με τα αρχικά ΒΔΤ, ΠΚΘ, ΛΚΘ, ΜΔΤ, ΚΙΚ, ΦΙΣ, ΓΔΘ διάφορα ονόματα παιδιών με άδηλη την επιθυμία της αιωνιότητας. Πόσο γοητευτικοί είναι οι κύκλοι της ζωής μέσα στην καρδιά της πόλης! Στην τελευταία πλάκα γραμμένη η «θρυλική» ισπανική ομάδα REAL, αναμφισβήτητα η πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα εκείνων των χρόνων, ενώ ένα ακόμη δέντρο, νομίζω πασχαλιά, στην άλλη άκρη «στολίζει» την πρόσοψη του κτηρίου.

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Ακριβώς κάτω από το πεζούλι στέκει το όμορφο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, «της Παναγίτσας», με επίσης μεγάλη ιστορία αλλά και μικροπεριπέτειες με τους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του πάντα περιποιημένο και πεντακάθαρο. Σήμερα φαίνεται μόνο το καμπαναριό του, αφού ένα «πελώριο» κτήριο μέσα στο προαύλιο του ναού έχει αποκλείσει τη θέα του.
Νότια το σπίτι του Μήτσου Σκούρτη με τη μεγάλη αυλή, μπροστά σ’ έναν από τους τρεις πρώτους προπολεμικούς τσιμεντόδρομους της Ερμιόνης «ποτισμένο» με παιδικές δράσεις και μνήμες. Στο βάθος ένα νέο κτίσμα, το σπίτι του Πέτρου Σκούρτη, γιού του Μήτσου. Βόρεια τα περιποιημένα και καλοσυντηρημένα σπίτια Λίτσα και Νάκου, μια πινελιά ανανέωσης του τοπίου. Δυτικά, ο χωμάτινος δρόμος, λασπωμένος τον μισό χρόνο, τώρα τσιμεντοστρωμένος και η γειτονιά με τα λίγα τότε παλιά σπίτια αγνώριστη.
Τα θραύσματα της μνήμης εκτοξεύονται! Ήταν η γειτονιά που είχε τις πιο παράξενες κρυψώνες για το παιχνίδι μας «στρατιώτες – κλέφτες». Την γνωρίζαμε σπιθαμή προς σπιθαμή. Περνώντας θυμήθηκα κάποιες απ’ αυτές και ανάμεσα σε ίχνη κατεδαφισμένων σπιτιών καθώς και μερικών άλλων που στέκονταν ακόμα γαντζωμένα στις θέσεις τους.
Τολμήσαμε ένα άλμα στον χρόνο. Πράγματι αισθανθήκαμε τον απόηχο και τη μυρωδιά ενός άλλου κόσμου. Μέσα από εξερευνήσεις, αναμνήσεις και κυρίως ζωντανά κτήρια που αποτελούν αψευδείς μάρτυρες της τοπικής ιστορίας και φωτίζουν ορισμένες πτυχές της δίνοντας σχήμα στην Παράδοση, την Ιστορία και τον Πολιτισμό. Με τον Νόμο ΚΝ 5351/1932 «Περί αρχαιοτήτων» το Σχολείο Συγγρού ανήκει στα διατηρητέα μνημεία της Ερμιόνης.
Υποσημειώσεις

[1] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Εποπτικό Συμβούλιο», Θ.182, Υλικό αταξινόμητο.
[2] Σχολεία «Συγγρού ή τύπου Καλλία», όπως είναι γνωστά, άρχισαν να κατασκευάζονται σε όλη την Ελλάδα από το 1895. Ως το 1911 είχαν κατασκευαστεί τετρακόσια επτά (407) τέτοια σχολικά κτήρια με χρήματα κυρίως από τα εκπαιδευτικά τέλη. Στον Νομό Αργολίδας κατασκευάστηκαν δέκα έξι (16) Σχολεία από τα οποία, τέσσερα (4) στην επαρχία Ερμιονίδας (Κρανιδίου 2/τάξιο 1905, Ερμιόνης 2/τάξιο 1904, Διδύμων Αρρένων 2/τάξιο 1900 και Θηλέων μονοτάξιο 1902, το οποίο, δυστυχώς, δεν σώζεται).
[3] Προσωπικά με εντυπωσίαζαν οι θαλασσιές κουρτίνες της αυλαίας που χώριζαν την υπερυψωμένη σκηνή από την αίθουσα και ανοιγόκλειναν κατά τη διάρκεια της παράστασης!
[4] Ήταν ιδιαίτερη τιμή για μένα το ότι στη νέα αίθουσα, με πρόσκληση του Ι.Λ.Μ.Ε., πραγματοποίησα την πρώτη ομιλία στις 23 Μαρτίου 2014 με θέμα «Το ξεκίνημα της Επανάστασης στην Ερμιονίδα μέσα από γραπτές μαρτυρίες και παραδόσεις».
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης  Τζένη Δ. Ντεστάκου
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου«Σταθμοί στον χρόνο και την ιστορία (Τα τρία παλαιά διδακτήρια της Ερμιόνης)», Αθήνα, 2022.
Πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της απρόσκοπτης λειτουργίας της εκπαίδευσης κατά την καποδιστριακή περίοδο ήταν και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών, που πολλές φορές αποτελούσαν τροχοπέδη στη σύσταση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων.
Στην επαρχία του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) οι δημογέροντες και πρόκριτοι των τριών δήμων Κρανιδίου, Διδύμου και Ερμιόνης, υπέβαλαν εγγράφως το σχετικό με τη στέγαση των σχολείων αίτημα στον «Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», Νικόλαο Χρυσόγελο. Επιπλέον, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως αρκετοί κάτοικοι και των τριών δήμων στήριζαν την προσπάθεια αυτή με ποικίλους τρόπους.
Στο Κρανίδι οι εργασίες οικοδόμησης νέου διδακτηρίου για τη στέγαση της «Αλληλοδιδακτικής Σχολής» ξεκίνησαν κατά το διάστημα Αυγούστου – Οκτωβρίου 1829 και ολοκληρώθηκαν στις αρχές Φεβρουαρίου 1830, ενώ εκκρεμούσε η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου.[1] Έτσι ένα νέο διδακτήριο δημιουργήθηκε στο Κρανίδι που αριθμούσε τότε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιους δεκατρείς (4.813) κατοίκους με οκτακόσιες εξήντα τρεις (863) οικογένειες.
Στο Δίδυμο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της Ελληνοαλληλοδιδακτικής Σχολής εκδήλωσε ενδιαφέρον η τοπική δημογεροντία. Με έγγραφό της τον Οκτώβριο του 1829 ζητούσε από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Κωνσταντίνο Ράδο να παραχωρηθεί για τον σκοπό αυτό «το ευρισκόμενον εις το χωρίον… οσπίτιον εθνικόν ως απερριμένον και παρ’ ουδενός περιποιούμενον κινδυνεύει μετ’ ολίγον να εξοντωθεί». Μέχρι τότε χρησίμευε ως αποθήκη για τη συγκέντρωση των καρπών από τους ενοικιαστές αυτού.[2]
Με το υπ’ αριθμ. 3744/25 Οκτωβρίου 1829 έγγραφο του Έκτακτου Επιτρόπου προς την κυβέρνηση για την παραχώρηση της οικίας, ο Κυβερνήτης παραχώρησε το εθνικό οίκημα που ζητήθηκε «κείμενον εν τω χωρίω άνευ τινός χρήσεως δια να χρησιμεύσει ως σχολείον ελληνοαλληλοδιδακτικόν προς εκπαίδευσιν των τέκνων των», όπως ανέφερε ο επίτροπος.[3]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Αργότερα, τον Οκτώβριο του 1830, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεσή του ότι το οίκημα αυτό, «είναι αρκετόν εις τους εντοπίους μαθητάς»,[4] καθώς παρά το μικρό μέγεθος είχε χωρητικότητα πενήντα (50) μαθητών.
Στην Ερμιόνη τη στέγαση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής ανέλαβε, μετά από πρόταση των εφόρων, η τοπική δημογεροντία που με το υπ’ αριθμ. 40/19 Δεκεμβρίου 1829 έγγραφό της γνωστοποίησε προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδας ότι «εν τη κωμοπόλει ταύτη ευρίσκεται εν οίκημα του Οθωμανού Αλή Μπαρδουνιώτη[5] και είναι εις κατάστασιν να χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν, αν η Αυτού Εξοχότης ευαρεστηθή και διατάξη δια του ανήκοντος να μας δοθή».
Οι Δημογέροντες
Λογοθέτης Ράδος
Α. Μπουκουβάλας
Μάλιστα, συνοδευτικά με το έγγραφο υπήρχε και κατάσταση τριάντα οκτώ (38) πολιτών της Ερμιόνης που «κατέβαλεν έκαστος κατά την δύναμίν του» τον οβολό του. Έτσι, συγκεντρώθηκαν αρχικά, χίλια οκτακόσια τριάντα πέντε (1.835) γρόσια. Την προθυμία των κατοίκων της Ερμιόνης «να ανεγείρωσιν εν τη εαυτών» σχολή τόνιζε με την υπ’ αριθμ. 4306/21 Δεκεμβρίου 1829 αναφορά του ο έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας Κωνσταντίνος Ράδος «Προς την επί της Παιδείας και των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν της Κυβερνήσεως».
Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα η Δημογεροντία της Ερμιόνης με το υπ’ αριθμ. 55/13 Ιανουαρίου έγγραφό της και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε με το υπ’ αριθμ. 4432 έγγραφο του επιτρόπου, ευχαριστεί την Αυτού Εξοχότητα, τον Κυβερνήτη, ο οποίος «εδέχθη ευαρέστως την αίτησιν και παραχωρεί χάριν της νεολαίας μας το εθνικόν οσπίτιον του Αλή Μπαρδουνιώτη δια να μας χρησιμεύση ως σχολείον Αλληλοδιδακτικόν».[6]

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης. Το Καποδιστριακό Σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σπίτι του Αλή Μπουρδουνιώτη. Στα χρόνια του Καποδίστρια και συγκεκριμένα το 1831 μετατράπηκε σε σχολικό κτίριο με προσφορές των κατοίκων της Ερμιόνης. Στέγασε για πάνω από 100 χρόνια το δημοτικό σχολείο της πόλης μας.

Για άγνωστους λόγους η οικία αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε άμεσα ως σχολείο, αλλά, καθώς φαίνεται, κατεδαφίστηκε και στη θέση της ξεκίνησε η ανέγερση του διδακτηρίου «εκ θεμελίων».[7]
Αξιοπρόσεχτες είναι οι παρακάτω μαρτυρίες για την πορεία των εργασιών της Σχολής.
Με το υπ’ αριθμ.1152/2 Ιουλίου 1830 έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίας ο προσωρινός Αστυνόμος Κρανιδίου Γεώργιος Κλήρης, αναφέρει:
«Τρίτον κατάστημα διδακτικόν ανεκτίσθη και εις Ερμιόνην, αλλ’ είναι ακόμη ασκεπές και ατελείωτον. Η κατασκευή και το κτίσιμον του αυτού καταστήματος είναι από τα χρήματα εθνικής τινος οικίας, όπου η Σ. Κυβέρνησις εις τούτους εδωρήσατο ή δε τελείωσίς του θέλει γίνει από ετοίμους συναθροίσεις συνεισφορών των ιδίων πολιτών και λοιπόν και από (δυσανάγνωστες λέξεις) συνεισφοράς της Μονής Αναργύρων….».[8]
Έξι μήνες αργότερα, στην υπ’ αριθμ. 14/30 Δεκεμβρίου 1830 έκθεση «Περί σχολείων Ναυπλίου, Κρανιδίου, Διδύμου Ερμιόνης…» του επιθεωρητή «των κατά την Πελοπόννησον διδακτικών καταστημάτων», Ιωάννη Π. Κοκκώνη, αναφέρεται ότι:
«Η εν Ερμιόνη σχολή χτίζεται έτι. Εμπορεί να είναι χωρητικότητος διακοσίων πενήντα (250) μαθητών. Το κτίριον γίνεται καλόν∙ μόλις άρχισαν να το στεγάσωσι τώρα και Κύριος οίδε πότε θέλει τελειώσει, διότι ο παρά της Κυβερνήσεως δοθείς πόρος ετελείωσεν. Οι κάτοικοι κατεγράφησαν εις συνδρομήν χιλίων εννιακοσίων (1.900) γροσίων, εκ των οποίων εσυνάχθησαν μόλις εκατόν πενήντα (150) και τα λοιπά δεν είναι ελπίς να συναχθώσιν γλήγορα, επειδή είς έτι εκ των διορισθέντων επιτρόπων εις την οικοδομήν, όστις είναι και Δημογέρων, φαίνεται ότι αντικόπτει την σύναξιν∙ δεν εξεύρω δια τίνα τέλη του ίδια. Η Κυβέρνησις νομίζω πρέπει να ταχύνη το έργον, προστάζουσα  ολίγον σφοδρώς τους επιστατούντας να φροντίσωσι την σύναξιν της συνδρομής, διότι κινδυνεύουν να ματαιωθώσι και τα όσα έδωσαν βοηθήματα, και να αποτελειώσωσι το κτίριον».[9]
Τέλος, στο υπ’ αριθμ. 410/α Ιουλίου 1832 έγγραφό του προς «Την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», ο διοικητικός τοποτηρητής του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), Λογοθέτης Ζέρβας, καμία αναφορά δεν κάνει για την εξέλιξη των εργασιών του διδακτηρίου στην Ερμιόνη.[10]
Από τα ανωτέρω προκύπτει το συμπέρασμα ότι μέχρι τα μέσα του 1831 προχωρούσαν αρκετά οι εργασίες για την ανοικοδόμηση του διδακτηρίου της Καποδιστριακής Σχολής Ερμιόνης, χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρωθούν. Η δολοφονία του Καποδίστρια το ίδιο έτος και οι τραγικοί χρόνοι που ακολούθησαν, βύθισαν τη χώρα σε μαρασμό και ασφαλώς δεν ευνόησαν την αποπεράτωση των εργασιών της Σχολής.
Έτσι φαίνεται να ξεκίνησαν εκ νέου στις αρχές του 1839, ίσως και λίγο ενωρίτερα, οπότε ετοιμάστηκε το διδακτήριο και το Σχολείο λειτούργησε, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, τον Οκτώβριο του 1839. Ονομάστηκε δε «Καποδιστριακό», επειδή οι ενέργειες σύστασης του Σχολείου αλλά και οι αρχικές οικοδομικές εργασίες έγιναν κατά τους χρόνους της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο πρώτος δημοδιδάσκαλος που τοποθετήθηκε στο Σχολείο ήταν ο Ιωάννης Σακόρραφος και το έτος 1842 ήσαν εγγεγραμμένοι δεκαπέντε (15) μαθητές.
Ήδη από το 1828 το πρόβλημα των σχολικών κτηρίων τίθεται σε όλες του τις διαστάσεις και εξετάζονται ζητήματα όπως η καταλληλόλητα, η χωροθέτηση, το σχήμα και το μέγεθος των κτηρίων που θα συμβάλλουν στην αποδοτικότητα του εκπαιδευτικού έργου, με κέντρο την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.
Το Καποδιστριακό Σχολείο Ερμιόνης θεμελιώθηκε επάνω στο αρχαίο τείχος της πόλης και ακολουθώντας τις προδιαγραφές των διδακτηρίων των αρχών του 19ου αιώνα αποτελείται από μια ορθογώνια αίθουσα μεγάλων σχετικά διαστάσεων. Είναι λιθόκτιστο, ισόγειο (χαμόγειο) με ξύλινη επικλινή στέγη καλυπτόμενη με κεραμοσκεπή και ξύλινη ψευδοροφή.
Το κτήριο είναι ελεύθερο με εξαίρεση τη Β.Α. γωνία που συνδέεται με τη σημερινή βιβλιοθήκη (κτήριο παλαιάς Κοινότητας). Οι τρεις πλευρές του κτηρίου είναι επιχρισμένες με το κλασικό λεπτό κονίαμα της περιοχής, ενώ η βόρεια πλευρά, ανεπίχριστη, μεγαλόπρεπη και επιβλητική ορθώνεται επάνω στο αρχαίο τείχος.[11]
Η είσοδος του κτηρίου, που μοιάζει με αυτές των σπιτιών, βρίσκεται στη νότια πλευρά, επάνω στον δρόμο. Έχει ύψος 2,50 μ. και εσωτερικά 2,60 λόγω της μικρής, αψιδωτής οροφής, πλάτος 1,60 μ. και βάθος 0,50 μ. Οι εξωτερικές διαστάσεις είναι 15,80 μ. χ 7,80 μ. σε συνδυασμό με το πλάτος της εξωτερικής λιθοδομής που είναι 0,70 μ. Οι εσωτερικές διαστάσεις του κτηρίου είναι 14,40 μ. χ 6,40 μ. με καθαρό εμβαδόν 92,16 τ.μ.[12]
Στην εξωτερική λιθοδομή, σε ύψος 1,35 μ. από το ξύλινο δάπεδο, υπάρχουν επτά όμοια ξύλινα δίφυλλα παράθυρα ύψους 1,70 μ. και πλάτους 1,00 μ. με ξύλινο ενσωματωμένο πρέκι. Τα τρία εξ αυτών στον δυτικό τοίχο και τα δύο στον βορινό βρίσκονται σε πλήρη συμμετρική διάταξη. Στον ανατολικό τοίχο (προς την αυλή) τα δύο παράθυρα είναι σε αντιστοιχία (αντικριστά) εκείνων του δυτικού τοίχου.[13]
Προχωρώντας στο εσωτερικό του διδακτηρίου ας κάνουμε εικόνα, με τα μάτια της φαντασίας, όσα η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει.
Δεξιά, δίπλα από την πόρτα της εισόδου, βρίσκεται το βάθρο, η έδρα του διδασκάλου. Λιτή και υπερυψωμένη, για να τονίζεται η υπεροχή του και η εξουσία που ασκεί στους μαθητές. Από τη θέση αυτή εποπτεύει τους μαθητές μέσα στην τάξη, χωρίς να μετακινείται, αλλά και την ευταξία τους κατά την είσοδο και την έξοδο από την αίθουσα. Κρατώντας μια μεγάλη ξύλινη ράβδο εστιάζει την προσοχή τους στις λέξεις, τα γράμματα και τους αριθμούς του μαυροπίνακα, που βρίσκεται στην απέναντι πλευρά, και βέβαια τιμωρεί εκείνους που …αδιαφορούν για τη μάθηση.
Οι μαθητές με ρούχα φτωχικά, με κυρίαρχο το γκρι μουντό χρώμα, είναι καθισμένοι ανά δωδεκάδες σε μεγάλα θρανία, «εκ ξύλου δρυός», τοποθετημένα κατά μήκος της αίθουσας. Αργότερα χρησιμοποιούσαν και σκαμνιά, φερμένα από το σπίτι τους. Μπροστά τους είχαν τα «αβάκια», πλάκες από σχιστόλιθο, που έγραφαν με πλακοκονδύλι, ενώ για να σβήνουν μεταχειρίζονταν το «σπόγγο» που κρεμόταν από τον …λαιμό τους!
Κατά μήκος των τοίχων της αίθουσας βρίσκονται τα ημικύκλια, σχεδιασμένα στο πάτωμα ή κατασκευασμένα από ξύλο ή από σίδερο. Είναι το πιο χρήσιμο από τα λιγοστά εποπτικά όργανα του σχολείου, καθώς καθορίζουν την θέση που πρέπει να πάρει κάθε ομάδα μαθητών κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Ανάγνωσης, της Γραμματικής και της Αριθμητικής.

Σπάνια φωτογραφία του Κώστα Σατραβέλα, που μας διέθεσε, στην οποία εικονίζεται στη μαρμαροκολώνα της «πρωτολιάς», που σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει.

Στη μέση των ημικυκλίων στέκονται οι «μαθητοδιδάσκαλοι», οι πρωτόσχολοι, σχεδόν κολλητά στον πίνακα. Είναι οι καλύτεροι μαθητές της τάξης που βοηθούν στη μάθηση τους πιο …αδύνατους! Στη δεξιά άκρη κάθε θρανίου βρίσκεται το αναλόγιό του και η πινακίδα των υποδειγμάτων της γραφής. Με χειροκίνητο κουδούνι δίνεται το σύνθημα του διαλειμματος. Περίπου  εκατό (100) παιδιά βγαίνουν από την αίθουσα και ξεχύνονται στη μεγάλη αυλή μπροστά στην είσοδο του Σχολείου: Στην Πλατεία Μπουσουλόντα, που έφερε το όνομα κάποιου πλούσιου γαιοκτήμονα της Ερμιόνης, με τη σπασμένη στη μέση μαρμαροκολώνα,  όπου παίζουν την «πρωτο(ε)λιά….».[14]
Οι μικρότεροι συγκεντρώνονται στη μικρή «αυλή» στην ανατολική πλευρά του Σχολείου. Κάποιοι τρέχουν περιμετρικά της αυλής για να «ξεμουδιάσουν». Με τη λήξη του διαλείμματος περνούν ξανά στην αίθουσα, με τον «διδάσκαλο» να στέκει βλοσυρός στην είσοδο για να «συλλάβει» τους …καθυστερημένους.
Μέχρι το 1848 το διδακτήριο του Καποδιστριακού Σχολείου, με τη φροντίδα της Δημοτικής Αρχής και της Εφορείας τους Σχολείου, διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση, όπως ενημερωθήκαμε από τους σχετικούς πίνακες που διασώθηκαν. Τότε διαπιστώθηκε ότι χρήζει επισκευής που ξεκίνησε άμεσα.
Κατά την 90/ετή (1839-1929) λειτουργία του Σχολείου η Δημοτική/Κοινοτική Αρχή Ερμιόνης αλλά και η Εφορεία του Σχολείου στέκονταν με ιδιαίτερη φροντίδα και αγάπη δίπλα στο Σχολείο και προσπαθούσαν με τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους να «θεραπεύουν» τις φθορές και τις ανάγκες που παρουσιάζονταν. Έτσι στα τέλη της 10/ετίας του 1860, τοποθετηθήκαν δύο μεγάλα κιούπια, δεξιά και αριστερά της εισόδου, «προς υδροποσίαν των μαθητών». Τότε φτιάχτηκε κι ένας πρόχειρος «απώπατος» για τις ανάγκες τους.
Τα δύο πρώτα χρόνια της 10/ετίας του 1890 το Σχολείο προήχθη σε 2/τάξιο και η μεγάλη μακρόστενη αίθουσά του χωρίστηκε στα δύο. Στο μπροστινό μέρος (νότια) στεγάστηκε η Πρώτη και η Δευτέρα ενώ πίσω, στο βορινό, που ήταν το μικρότερο, η Τρίτη και η Τετάρτη, γιατί είχαν λιγότερους μαθητές. Επισημαίνουμε πως ήδη από τις 22 Σεπτεμβρίου 1847 είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί στο Σχολείο και δεύτερος δημοδιδάσκαλος λόγω της αύξησης του αριθμού των μαθητών.
Στις αρχές του 20ου αιώνα που το Σχολείο έγινε 3/τάξιο, χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση της Πέμπτης και της Έκτης τάξης ο διπλανός «Στρατώνας».

Ο Στρατώνας. Βρίσκεται δίπλα από το Καποδιστριακό και μπροστά από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης.

Στο Σχολείο αυτό έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα και φοίτησαν εξαιρετικές προσωπικότητες της μετέπειτα ζωής της Χώρας, όπως ο Συνταγματάρχης και Βουλευτής Ερμιονίδας Αντώνης Σταμ. Μήτσας, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης, ο Υπουργός Οικονομικών Βασίλης Ιωάν. Δεληγιάννης και ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης.
Το Καποδιστριακό έπαυσε να λειτουργεί «ως Σχολείο» από το σχολικό έτος 1931-1932, όταν ετοιμάστηκε το «νέο» μικτό Δημοτικό Σχολείο, καθώς με τη νομοθέτηση της συνεκπαίδευσης (1929) φοιτούσαν μαζί αγόρια και κορίτσια.
Από τότε το Καποδιστριακό Σχολείο χρησιμοποιούταν …ποικιλοτρόπως. Στη 10/ετία του 1950, θυμάμαι την αίθουσα να έχει την εικόνα δικαστηρίου και ένα κιτρινωπό ξύλινο κάγκελο να χωρίζει τον χώρο της έδρας των δικαστών από εκείνον του ακροατηρίου. Στο κέντρο του βορινού τοίχου υπήρχε κρεμασμένη και η εικόνα του Χριστού. Δίκες τότε δεν γίνονταν αλλά, όπως μου είχαν πει, εκεί στεγαζόταν, το τοπικό Ειρηνοδικείο, που είχε παύσει πλέον να λειτουργεί. Τα επόμενα χρόνια κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο ιστορικό Σχολείο της Ερμιόνης με αποτέλεσμα μέρα τη μέρα να λαφυραγωγείται ανελέητα από τον χρόνο, να οδηγείται στην καταστροφή. Μέσα στην απόλυτη σιωπή ανάσαινε βαριά ενώ από στο σώμα του κάθε τόσο νέες πληγές παρουσιάζονταν…
Στο τέλος της 10/ετίας του 1970 με συντονισμένες ενέργειες της Κοινότητας Ερμιόνης και του Ερμιονικού Συνδέσμου το «Καποδιστριακό» χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο μαζί με το παλαιό Κοινοτικό Κατάστημα και τον Στρατώνα.
Στο υπ’ αριθμ. 731/26 Αυγούστου 1979 Φ.Ε.Κ. αναφέρεται ότι τα κτήρια αυτά «συνδέονται με την ιστορία της πρώτης περιόδου του ελεύθερου ελληνικού κράτους και παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον∙ είναι χτισμένα πάνω στο αρχαίο τείχος του 4ου π.χ. αιώνα και διασώζουν αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής (το Καποδιστριακό Σχολείο) ή αποτελούν συνδυασμό νεοκλασικής και νησιωτικής αρχιτεκτονικής (το Παλαιό Κοινοτικό κατάστημα και ο Στρατώνας με εντοιχισμένη επιγραφή κατασκευής 1880)».
Την υπ ’αριθμ. Γ/22853/1025 απόφαση υπογράφει στις 19 Ιουνίου 1979 ο τότε Υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών Δημήτριος Νιάνιας.
Ήδη ο Ερμιονικός Σύνδεσμος, καθώς αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. 11/5 Μαΐου 1977 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, «εξέταζε τον τρόπο σύνταξης μελέτης επισκευής του κτηρίου και μάλιστα προ της «ολοκληρώσεως της διαδικασίας ανακηρύξεώς του ως διατηρητέου μνημείου».
Ύστερα από συνεχή και εμπεριστατωμένα διαβήματα του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερμιονικού Συνδέσμου ο Υπουργός Πολιτισμού με την από 16 Ιουλίου 1979 απόφασή του ενέκρινε την παραχώρηση του «Καποδιστριακού» στον Ερμιονικό Σύνδεσμο, για να επισκευαστεί και να χρησιμοποιηθεί ως Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης, με τον όρο να διατηρηθεί η παραδοσιακή μορφή του.
Έτσι η Διεύθυνση Πολιτιστικών Κτηρίων του Υπουργείου Πολιτισμού ανταποκρίθηκε σε νέα αίτηση του Ερμιονικού Συνδέσμου και ανέθεσε στην Κα Καριώτου, αρχιτέκτονα της Υπηρεσίας, η οποία ήλθε στην Ερμιόνη, να καταρτίσει τεχνική έκθεση και σχέδια αποκατάστασης του κτηρίου.
Την έκθεση αυτή, ύστερα από σχετική Γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, ενέκρινε στις 17 Ιουλίου 1980 το Υπουργείο Πολιτισμού (Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων).
Η έκθεση δόθηκε στον πολιτικό μηχανικό Αντώνη Σκληρό που «όλως αφιλοκερδώς» συνέταξε τεχνική μελέτη προϋπολογισμού δαπάνης εννιακοσίων μιας χιλιάδων (901.000) δραχμών. Δήλωσε, επίσης, ότι ευχαρίστως αναλαμβάνει το έργο χωρίς καμιά αμοιβή και μάλιστα στην προσπάθεια εξεύρεσης των χρημάτων προσφέρει και εκείνος δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις το Δ.Σ. του Ερμιονικού Συνδέσμου εξουσιοδότησε ομόφωνα τον Πρόεδρο της Κοινότητας Απόστολο Σπετσιώτη και τον πολιτικό μηχανικό Αντώνη Σκληρό, από κοινού είτε χωριστά, να ενεργούν τα δέοντα για λογαριασμό του Συνδέσμου προς κάθε αρμόδια υπηρεσία, ώστε να εκδοθούν οι σχετικές άδειες και να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης του Καποδιστριακού.
Έτσι το Δ.Σ. με τις εισφορές των μελών του Ε.Σ. και με την ενίσχυση του Υπουργείου Οικονομικών συγκέντρωσε το ποσό των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) δρχ. και «αμέσως προέβη στην έναρξη των εργασιών και συγκεκριμένα στη στερέωση της τοιχοποιίας και στην ανακεράμωση της στέγης, ενώ ξεκίνησαν οι εργασίες επισκευής των παραθύρων και του πατώματος».[15]
Επειδή όμως τα χρήματα εξαντλήθηκαν, με πρωτοβουλία του αείμνηστου Αντώνη Κατσογιώργη, έγινε μια μεγάλη επιτυχημένη προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων από φίλους του αλλά και μέλη του Συνδέσμου, ενώ ο ίδιος προσέφερε σημαντική οικονομική ενίσχυση για τη συνέχιση του έργου. Επιπλέον ζητήθηκε οικονομική ενίσχυση από το Υπουργείο Πολιτισμού για την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων αναγκαίων εργασιών.
Την Τετάρτη 1 Ιουλίου 1981 ανήμερα των Αγίων Αναργύρων στη συνεδρίαση του Δ.Σ. ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Ε.Σ. ανακοινώνουν ότι οι εργασίες επισκευής του «Καποδιστριακού» ολοκληρώθηκαν, ενώ στις 21 Αυγούστου 1981 έγιναν τα εγκαίνια της αναπαλαιωμένης αίθουσας.[16]
Τα επόμενα χρόνια η αίθουσα χρησιμοποιήθηκε ως Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης, παραχωρήθηκε, όμως, και σε συλλόγους και ομάδες για τις διάφορες δράσεις τους. Για σαράντα (41) χρόνια μέχρι σήμερα (2022) καμιά προσπάθεια δεν έγινε ούτε κανένα ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τη συντήρησή του. Έτσι, αναπόφευκτα, «νίκησε» η φθορά που ο χρόνος και η χρήση έχουν φέρει…
Κι όμως το «Καποδιστριακό» ένα από τα δύο σωζόμενα τέτοιου τύπου διδακτήρια του Νομού Αργολίδας, το άλλο βρίσκεται στο Άργος, κτήριο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, εξακολουθεί να στέκει εκεί αγέρωχο…
Τον Οκτώβριο του 2010, παρουσιάστηκε μελέτη αποκατάστασης του Καποδιστριακού Σχολείου και η επέκταση στους χώρους του της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος». Η μελέτη αυτή παραμένει ακόμα ανενεργή, ενώ το «Καποδιστριακό» μέρα τη μέρα παραδίδεται στη λεηλασία του χρόνου και βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην ανυποληψία των κατοίκων, αφού μάλιστα κάποιοι αρμόδιοι το χρησιμοποιούν ενίοτε και ως αποθήκη!
Υποσημειώσεις
[1] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 24, Σχολικά, Φεβρουάριος 1830.
[2] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 20, Σχολικά, Οκτώβριος 1829.
[3] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 23, Σχολικά, Νοέμβριος 1829.
[4] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 32, Σχολικά, 10 Οκτωβρίου 1830.
[5] Οι Μπαρδουνιώτες ήσαν σκληροτράχηλοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες που αψηφούσαν την Τούρκικη κυριαρχία. Αλλά και αυτή τη μουσουλμανική θρησκεία την έφεραν στα μέτρα τους. Έτσι ούτε τζαμιά, ούτε ιμάμηδες είχαν ούτε Ραμαζάνια και νηστείες κρατούσαν. Οι Μπαρδουνιώτες από τον 15ον αιώνα κατείχαν την περιοχή της Βαρδωνίας στη Λακωνία, νότια της Προσηλιακής Μάνης, δηλαδή της περιοχής του Γυθείου. Στην πορεία των χρόνων άλλοτε συνεργάζονταν με τους Κλέφτες κατά των Τούρκων και άλλοτε με τους Τούρκους κατά των Ελλήνων.
[6] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 23, Σχολικά, 13 Ιανουαρίου 1830.
[7] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 29, Σχολικά, 2 Ιουλίου 1830.
[8] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 29, Σχολικά, 2 Ιουλίου 1830.
[9] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 34, Σχολικά, 30 Δεκεμβρίου 1830.
[10] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Α΄(1833–1847).
[11] Μ.Ε.Α.Σ. Α.Ε. Π. Πετρακόπουλος – Ε. Διγώνης και συνεργάτες.
[12] Μ.Ε.Α.Σ. Α.Ε. Π. Πετρακόπουλος – Ε. Διγώνης και συνεργάτες.
[13] όπ. π.
[14] Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Κώστα Σατραβέλα για τη σπάνια φωτογραφία που μας διέθεσε, στην οποία εικονίζεται ο ίδιος στη μαρμαροκολώνα της «πρωτολιάς», που σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει.
[15] Τα παραπάνω αναφέρονται στο από 20 Οκτωβρίου 1980 υπόμνημα του Ερμιονικού Συνδέσμου προς το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο υπογράφουν ως Πρόεδρος ο αείμνηστος Απόστολος Γκάτσος και ως Γενικός Γραμματέας η Κα Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη, με αντιπρόεδρο του Συνδέσμου τον Αντώνη Κατσογιώρη, ταμία, την Ελένη Τράκη και μέλη τους Γαβριήλ Φραγκούλη, Ιωάννη Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Νοταρά.
[16] Στην αίθουσα αυτή, στις 7 Ιουλίου 1984, είχα την τιμή να μιλήσω με θέμα «Λάσος ο Ερμιονεύς».
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης  Τζένη Δ. Ντεστάκου
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου«Σταθμοί στον χρόνο και την ιστορία (Τα τρία παλαιά διδακτήρια της Ερμιόνης)», Αθήνα, 2022.
Πηγή:  Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Βρισκόμαστε στο 1920, όπου πρωθυπουργός είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις ιδρύει σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αντιπολιτευτικούς Συλλόγους. Στο φύλλο αριθ. 242 της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ (Τρίτη 19 Μαΐου) διαβάζουμε:
Ο αντιπολιτευόμενος λαός της Ερμιόνης άνοιξε κατάλογον εγγραφής μελών προς σύστασιν πολιτικού Συλλόγου. Εντός μιάς ημέρας ενεγράφησαν πλέον των 150 μελών, άτινα εξέλεξαν προσωρινήν Επιτροπήν, αποτελουμένην εκ των Κωνστ. Γκολεμά πρώην Δημάρχου, Δημητρίου Παναγιώτου εμπόρου, Αντωνίου Οικονόμου κτηματίου, Μιχαήλ Κιοσέ αποτάκτου λοχαγού και Διονυσίου Μέξη εμπόρου.
Έρευνα – Επιμέλεια
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας
ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Με στόχο να τιμά τους αθλητές του, που ξεχωρίζουν κάθε χρόνο, ο Ερασιτέχνης Παναθηναϊκός ανακοίνωσε τη θέσπιση ετήσιων βραβείων.
Παράλληλα, οι πράσινοι θέλοντας να τιμήσουν τις μεγάλες δόξες της Ομάδας, ανακοίνωσαν τα ετήσια βραβεία τους από το 1908 μέχρι και το 2020.
Στην αναφορά των βραβευμένων, διαβάσαμε και ένα συγκινητικό περιστατικό που συνέβη στις Σπέτσες το 1961, με τιμώμενο πρόσωπο, ως εκ τούτου, τον Ανδρέα Παπαεμμανουήλ.
Ήταν η Τετάρτη 19 Ιουλίου 1961, που ο θρυλικός ποδοσφαιριστής του «τριφυλλιού» Ανδρέας Παπαεμμανουήλ και άλλοι συμπαίκτες του έκαναν μπάνιο στις Σπέτσες. Ο θρυλικός «Παπακανόνης» είχε πολύ στενή σχέση με τη θάλασσα μέχρι και μεγάλη ηλικία.
Σε εκείνο το  καλοκαιρινό του μπάνιο, ευτυχώς, βρέθηκε κοντά σε ένα επτάχρονο κορίτσι, την Καλλιόπη Γορτυνίου, που πάλευε με τα κύματα. Χωρίς καθυστέρηση έσπευσε προς το μέρος του και κατάφερε να το βγάλει στην ακτή, με την βοήθεια των συμπαικτών του Μίμη Μπενάρδου και Γιάννη Νεμπίδη. Εκεί ο Ανδρέας Παπαεμμανουήλ με τον άλλο συμπαίκτη του Μίμη Μανιάκη, με τεχνητή αναπνοή κατάφεραν να της σώσουν τη ζωή.

Ο τίτλος από το ρεπορτάζ της εποχής στην «Αθλητική Ηχώ»

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Το 1824, ήταν μια δύσκο­λη χρονιά, που η νέα Ελ­λάς… έβγαζε ταυτότητα...
Εκείνη την χρονιά, δεν υπήρχε «ακριβής και αυ­στηρά» αστυνομία στο Κρανίδι! Για την ακρίβεια υπήρχε ένας μόνος αστυ­νόμος για όλη την κώμη!..
Ο οποίος μάλιστα επιτά­χθηκε και ανέλαβε και κα­θήκοντα… λιμενικού…
Αυτό μαρτυράται από έγ­γραφο του Βουλευτικού Σώματος της Προσωρι­νής Διοικήσεως της Ελλά­δος προς το Εκτελεστικό, που λέει ότι:
«Επειδή λανθάνει – ενταύ­θα όπου διατρίβει η Διοίκησις – αναγκαιοτάτη μια ακριβής και αυστη­ρά αστυνομία, ίνα ερευνή τους εισερχομένους και εξερχομένους δια τα τε θαλάσσης και ξηράς προς αποφυγήν ενδεχομέ­νων ατοπημάτων, το Βου­λευτικό έκρινε αναγκαίο να υπενθυμίση στο σεβαστό τούτο Σώμα ότι ανάγκη να επιταχθή ο ενταύθα αστυ­νόμος να προσέχη περί πάντων και αναφέρη προς την Διοίκησιν αμέσως».
Την απόφαση υπογρά­φουν ο αντιπρόεδρος Βρεσθένης Θεοδώρητος και ο α΄ γραμματεύς Ιω. Σκανδαλίδης και φέρει ημερομηνί­α «τη 8 Ιανουάριου 1824 εν Κρανιδίω».
Πηγή: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ.6, σελ. 23-24.
Γιώργος Λεκάκης
συγγραφέας – λαογράφος
………….
Δημοσιεύθηκε στις 10/12/2008 στο έντυπο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Κορυφαίο ως έθιμο και κυρίαρχο στην ετήσια καθημερινότητα των παραθαλάσσιων οικισμών ο Αγιασμός των υδάτων. Με τις ιδιαιτερότητές του στον κάθε τόπο. Εδώ, στην Ερμιόνη, για παράδειγμα, υπάρχει η παράδοση να βουτάνε μόνο τα παιδιά που είναι η σειρά τους να πάνε για φαντάροι. Και της όλης διαδικασίας προηγείται ξενύχτι με τραγούδι και πιοτό, που έχει και σαν αποτέλεσμα, λόγω του αλκοόλ στο αίμα και της… μέθης,  να νοιώθουν αυτοί που βουτάνε, λιγότερο το κρύο…  Έχει βγει, μάλιστα, και λαϊκή έκφραση για τους μπεκρήδες της ευρύτερης περιοχής: «Αυτός έπιασε το σταυρό…», που σημαίνει ότι είναι τύφλα στο μεθύσι…
Όμορφες οι μνήμες του εθίμου, από το 1999 που βρίσκομαι στην Ερμιονίδα αλλά και οι κάποιες ξεχωριστές στιγμές, που έχω καταγράψει στη δημοσιογραφική μου μνήμη αξίζουν να αναφερθούν:
Μνήμη 1η: Στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 κατέβαινε υποψήφιος ο καπετάν Γιώργος Νοταράς, με το ψηφοδέλτιο Σαραβάκου. Στο διαφημιστικό, λοιπόν, φυλλάδιο που είχε τυπώσει, έγραφε μεταξύ των άλλων προσόντων του ότι το 1952 είχε πιάσει το σταυρό. Το διαβάζει ο φίλος μου (ο και πρώτος των φίλων μου στην Ερμιονίδα) Ε.Τ., εν μέσω ομήγυρης συμποσιαστών και σχολιάζει: «Δηλαδή, αυτός έπιασε το σταυρό μια φορά και θέλει να γίνει νομαρχιακός σύμβουλος. Εγώ, που τον «πιάνω» κάθε μέρα στου «Εξαδάχτυλα» (Σ.Σ. την ταβέρνα της κυρα Βαρβάρας, που δυστυχώς έκλεισε), τι πρέπει να γίνω, Πρωθυπουργός;
Μνήμη 2η: Ως γνωστόν, μαζί με το σταυρό, στο «γιάλα – γιάλα», πετάει ο ιερεύς στην θάλασσα και την εικόνα της Βάπτισης και στο τέλος επιβραβεύονται δυο βουτηχτές. Αυτός που έπιασε το Σταυρό και αυτός που έπιασε την εικόνα. Εκείνη τη χρονιά, αφού έπεσε ο σταυρός και έχουν βουτήξει τα παιδιά, ο ένας και μοναδικός Δήμαρχος Ερμιόνης (άλλος δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει) Ανάργυρος Λεμπέσης συνειδητοποιεί πως έχουν ξεχάσει να φέρουν… εικόνα. Γυρίζει, με ταχύτητα αστραπής το βλέμμα του τριγύρω, «παίρνει στροφή» και αναφωνεί: «Πετάξτε το βιβλίο!» και πριν αντιληφθούν οι γύρω του τι εννοούσε, αρπάζει το βιβλίο του ψάλτη και το πετάει στη θάλασσα, αντί της εικόνας!
Μνήμη 3η: Ήταν η τελευταία χρονιά που χύνονταν τα λύματα στο λιμάνι της Ερμιόνης, πριν λειτουργήσει ο Βιολογικός, χάρη στη χρηματοδότηση των αδελφών Βαγγέλη & Κώστα Γούτου, την πρωτοβουλία του Δημάρχου Α. Λεμπέση και την επιστασία του αείμνηστου Αντώνη Πάλλη (Παλαιού). Η κατάσταση ήταν, κυριολεκτικά, τραγική. Περιμένοντας, μέσα στην τσουχτερή λιακάδα, να έρθει η πομπή από την εκκλησία, σχολίασα, απευθυνόμενος προς Δημοτικό Σύμβουλο: «Τα καημένα τα παιδιά σκέφτομαι, πώς θα πέσουν μέσα σ’ αυτά τα νερά…». Και η απάντηση, αποστομωτική: «Μην ανησυχείς, έχουμε ενημερώσει τον κόσμο να μην χέ… τις τρεις τελευταίες ημέρες»!!!
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Το είχα γράψει στις 28/12/2011. Το αναδημοσιεύω μπας και “σπάσει” έστω και κάποιο χείλι, μέσ’ την γενική κατήφεια που έχει προκαλέσει η ακύρωση για δεύτερη χρονιά του Εθίμου, με αφορμή τον κίνδυνο μετάδοσης του covid 19… “Έφυγε” κι ο καπετάν Γιώργος Νοταράς… Οι φωτογραφίες είναι από το λεύκωμα της ιστοσελίδας ermion.gr της Δημοτικής Κοινότητας Ερμιόνης.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Απ’ το πρόσφατο μετεωρολογικό δελτίο τα μαντάτα δεν ήταν ευχάριστα. Ο καπετάν Μιχάλης από την Κάσο, ένας γεροντάκος κοντακιανός είχε δώσει εντολή να μποτσαριστούν (δεθούν ασφαλώς) τα πάντα: Σωσίβιες λέμβοι, γερανάκια, βαρέλια, μαδέρια κι ό,τι δεν άνηκε στο κυρίως σκάφος, ό,τι ήταν εκτεθειμένο στον άνεμο ή στους τόνους θάλασσας που μπαίνουν με ορμή μέσα στο βαπόρι και δεν αφήνουν τίποτα στη θέση του.
Ανήμερα Χριστούγεννα στον Ωκεανό είχαμε φύγει από το Ρότερνταμ (Ολλανδία), ταξίδι – φυσιολογικά – γύρω στις δέκα πέντε ημέρες ως τη νεώτερη ήπειρο, την Αμερική, αλλά ο Ατλαντικός ωκεανός όταν έχει τις μαύρες του αλλά κελεύει. Ο καπετάν Μιχάλης μαζί με τον υποπλοίαρχο τον καπετάν Θανάση από τη Σπάρτη κατέβηκαν για επιθεώρηση, πλώρα – πρύμα, έδωσαν τις τελευταίες οδηγίες ασφάλειας• έμπειροι και οι δύο, ένοιωθες τη σιγουριά μαζί τους. Η σοβαρότητα που απεικονιζόταν στα πρόσωπά τους έδειχνε το μέγεθος της αντάρας που ερχόταν: Προβληματιστήκαμε όλοι, μερικοί φοβήθηκαν πολύ κι άρχισαν να συγχωράει ο ένας τον άλλο: «Φίλε, νερό κι αλάτι ό,τι έχουμε ειπεί. Ναι φίλε, σχώρα με, νερό κι αλάτι, μήπως πήρε το μάτι σου τον Μαρκόνι (τον ασυρματιστή) από το πρωί;» «Όχι, δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο, έχει καταντήσει τυπογραφείο ο ασύρματος, συνέχεια πηγαίνει μετεωρολογικά δελτία στο CHARTE ROOM (ειδικός χώρος στη γέφυρα του πλοίου όπου απλώνονται οι χάρτες και χαράσσονται οι πορείες του πλοίου), όλο συσκέπτονται με τον καπετάνιο και τον υποπλοίαρχο. Τι να μας περιμένει άραγε;»
«Τι να ξέρω κι εγώ; Ίσως μάθουμε κάτι αν καταφέρουμε να απομονώσουμε τον Μαρκόνι, αυτός θα μας κατατοπίσει.»
«Μπααα, μην περιμένεις πολλά πράγματα απ’ αυτόν, θυμάσαι την άλλη φορά που δεν έφτανε που κινδυνεύαμε από κυκλώνα – δέκα μποφόρ και βάλε – είχε σπάσει το τιμόνι, βουλιάζαμε και αυτός μας καθησύχαζε, αυτός μόνο για διπλωμάτης ήταν γεννημένος κι όχι για ναυτικός.»
Ο λοστρόμος – ο οπλονόμος του πλοίου – ο Νικόλας από τις Σπέτσες, ένας μεσήλικας που φορούσε πάντα ένα μαύρο κασκέτο, για να δείχνει την ναυτικοσύνη του και να κρύβει την γλομπάτη φαλάκρα του, “αλώνιζε” την κουβέρτα (κατάστρωμα), ασταμάτητα πέρα – δώθε, εξετάζοντας και δένοντας ό,τι έβρισκε λάσκο. Ο αέρας άρχισε να σφυρίζει δαιμονισμένα, τ’ άρμενα ούρλιαζαν κι αυτά, ο ουρανός μαύρισε από παντού απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα, σκοτείνιασε η φύση σαν σε νύκτα, παρά το πρωινό, οργίστηκε ο Ποσειδώνας και έριχνε τα τελώνια (φανταστικά δαιμονικά πλάσματα, αερικά) να μας κατασπαράξουν, μια σπηλιάδα (ξαφνική και δυνατή πνοή ανέμου) πήρε το κασκέτο του Νικόλα του λοστρόμου κι έμεινε η φαλάκρα μόνη κι ορφανή, γυμνή και ασύμφορη – τρομάρα του (παραφωνία;) στη χάση κόσμου που σ’ άλλες ώρες, γαλήνης, θα ‘ταν πηγή γέλιου, σχολιασμού και δημιουργίας πλάκας.
Δέκα το πρωί Coffee Τime (ώρα καφέ), μαζεμένοι αμίλητοι σχεδόν, καπνίζαμε, ντουμάνι ο καπνός. Λίγες οι κουβέντες και μετρημένες. Μεγάλο μπόντζι (πλάγιο κούνημα πλοίου δεξιά – αριστερά) κουπαστή με κουπαστή, τόνοι νερού σκέπαζαν τα πάντα, απειλούσαν της ύπαρξή μας!
«Βάλε το χέρι σου Παναγιά που σήμερα γεννάς το Σωτήρα του κόσμου, βάλε ομπρέλα το χέρι Σου το Χρυσό και σώσε το πλοίο μας και έγνοια σου, θα Σ’ ευχαριστήσουμε όπως εμείς ξέρουμε, στο πρώτο λιμάνι ξυπόλυτοι θα μπούμε σε όποια εκκλησία κι αν θα βρεθούμε και σ’ όποια θρησκεία κι αν ανήκει αυτή θα ξομολογηθούμε!!!»
Έτσι σκέπτονται οι ναυτικοί σε τέτοιες καταστάσεις, έτσι σκεπτόμαστε κι εμείς και τα συγγενικά μας πρόσωπα περνούν σαν σε κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μας: Τι να γίνονται οι αγαπημένοι μας εκεί μακριά στην Πατρίδα, στο νησί, στο χωριό μας;
Ξάφνου μας κόπηκε η ανάσα, πήρε τον κατήφορο η πλώρη του βαποριού, δεκάδες τόνοι νερού γονάτισαν το ΜΑΡΙΑΝΝΑ (το όνομα του πλοίου μας), προσκύνησε στο υδάτινο τέρας, τώρα δεν ακούγονται τα σφυρίγματα τ’ ανέμου στ’ άλμπουρα και στα ξάρτια, τώρα μεσ’ στη σιωπή της βουτιάς στ’ αγριεμένα κύματα, ανήμπορη κι αδύναμη ν’ αντιδράσει δέχεται τις ευχές μας: Όλα Μαριάννα μου, κεφάλωσε γοργόνα μου, πάρε τ’ απάνω σου, ζει – σε βεβαιώνω – ο βασιλιάς Αλέξανδρος, έχεις αποστολή, έχουμε μέλλον, πάρε ανάκαρα καλή μου, θα τα καταφέρεις θα ξαναμπείς στους προλιμένες σφυρίζοντας από χαρά, καμαρωτή και νικηφόρα και περήφανη• οι κοπελιές σε περιμένουν, ξέρουν πότε φτάνεις, είναι όλες εκεί στο μουράγιο λαχταριστές πεντάμορφες ξανθές υπάρξεις με ευχές και δώρα προσμένουν τα θαλασσοδαρμένα παλικάρια, τα ελληνόπουλα πού ‘χεις μαζί σου, τα νιάτα που φιλοξενείς και μεταφέρεις στην πέρατα του κόσμου!”
«Ετούτο είναι STORM (καταιγίδα, μετά είναι ο κυκλώνας)» μας τάραξε τις λογής – λογής σκέψεις ο γλόμπος (παράνομα του λοστρόμου) «πάνω από δέκα μποφόρια, μα μη φοβάστε, η Μαριάννα είναι καρφωτό σκαρί – συνένωση των λαμαρινών. με καρφιά κι όχι με οξυγονοκόλληση), από πλατιά γερή λαμαρίνα; θα το ξεπεράσει!» Το μεσημέρι ήρθε, κανείς δεν είχε κέφι για φαγητό, έλα όμως που τέτοιες χρονιάρες μέρες πρέπει να ακολουθήσουμε τις παραδόσεις• μαζευτήκαμε στις τραπεζαρίες και λίγο πάρα πάνω να πιούμε για την ημέρα πρέπει.
«Χρόνια πολλά παιδιά. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας, υγεία και πάντα καλοτάξιδοι. Χρόνη, στην επιστροφή, από Ευρώπη ξεμπαρκάρεις για γάμο θαρρώ, με το καλό, καλά στέφανα και καλούς απογόνους.»
«Ευχαριστώ καπετάν Μιχάλη, αρχικαπετάνιος σου εύχομαι να γίνεις, τ’ αξίζεις.»
Τριάντα έξη όλοι κι όλοι νοιώθαμε μόνοι, απροστάτευτοι στον απέραντο ωκεανό, σκαφίδι φάνταζε η Μαριάννα στη μανία της θάλασσας, με δυσκολία τιμονευόταν, λίγο ακόμα και θα μέναμε ακυβέρνητοι• όλες οι ελπίδες για σωτηρία στο Θεό. Με πλησίασε ο καπετάν Μιχάλης, κάτι μου ψιθύρισε στ’ αυτί• έφυγα διακριτικά. Με δυσκολία ομολογώ, έφτασα στο άλλο ακομοντέισον (υπερκαταοκεύασμα που στεγάζει την γέφυρα διακυβέρνησης του πλοίου, υπνοδωμάτια αξιωματικών καταστρώματος και τον ασύρματο) όπου συνάντησα στο γραφείο του τον υποπλοίαρχο τον καπετάν Θανάση από την Σπάρτη – ήταν στον καναπέ καθισμένος με τις παλάμες στο πρόσωπό του.
«Τι συμβαίνει Θανάση;»
«Σαν τι να συμβαίνει φίλε Μαρκόνη, γιατί ρισκάρισες; Σ’ έχουμε μόνον στο πλοίο, αν σε πάρει κανά γαϊδουρόκυμα ήμαστε όλοι χαμένοι, τι διάολο, μυαλό δεν έχεις ντίπ; Αν χρειαστεί, ο μη γένοιτο, ποιός θα εκπέμψει το SOS;»
Ο καπετάν Θανάσης ήταν σκληρός άνθρωπος, αμείλικτος στα λάθη, από τους λίγους γραμματικούς (έτσι λένε τους υποπλοίαρχους) που διέθετε η ναυτιλία μας, ήταν όμως δίκαιος και προσεκτικός σε θέματα ασφάλειας του πλοίου και των επιβαινόντων, τον αγαπούσαν όλοι αλλά και τον φοβόντουσαν. Ήταν αλλιώς τα πράγματα τούτη τη στιγμή, πλησίασα, του χάιδεψα τα ψαρά μαλλιά, λέγοντάς του: «Φίλε, όλο το πλήρωμα σε περιμένει, χρονιάρα μέρα, σήκω να πάμε πίσω.» Ελευθέρωσε το πρόσωπό του απ’ τις παλάμες- φτιάρια, με κοίταζε στωικά• τα μάτια του κλαμένα φάνηκαν, όσο κι αν προσπάθησε να μη το δείξει.
«Φίλε Μαρκόνη, τι ζωή είναι αυτή αδελφέ; Είμαστε άνθρωποι εμείς ή ψάρια; Βλέπεις ελύγησεν ο Πλάτανος, σύρε μόνος με προσοχή, δώσε τις ευχές μου σε όλους, άστε με μόνο!!!»
Με την υπομονή μου τα κατάφερα. Όταν φτάσαμε στην τραπεζαρία μας την είχαν στήσει, μας δέχτηκαν με χειροκροτήματα, ζητωκραυγές, ευχές και δάκρυα – το γλεντήσαμε όπως πάντα.
Σιγά – σιγά φεύγαμε από το κέντρο του κυκλώνα, είμαστε ήδη στα παρακλάδια του, η Μαριάννα μουντάριζε άφοβη κι η πλώρη της κεφάλωνε. Τώρα το γλένταγε κι αυτή όπως εμείς.
……………………………..
Την ιστορία αυτή την τελείωσα ταξιδεύοντας με το φέρι – μπoτ Πορτοχέλι – Σπέτσες- Πορτοχέλι.
Την αφιερώνω στους ναυτικούς μας. Σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα συνάδελφοι, χρόνια πολλά, ευτυχισμένο το 2022, γαλήνιες θάλασσες, να είστε πάντα καλοί Πρεσβευτές της Πατρίδας μας, να μεταφέρετε περήφανοι τη γαλανόλευκη σημαία στα πέρατα του κόσμου- σας αγαπάμε, η πατρίδα σας αναγνωρίζει…
Αυτά για σήμερα, υγιαίνετε! Χρόνια πολλά σε όλους.
Τάσος Στάικος
Πορτοχέλι 
Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ Αργολίδας, αρ. φύλ. 313, στις 21 Δεκεμβρίου 1999.