ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η Κοιλάδα, η περήφανη αυτή γωνιά της Αργολικής γης, που γέννησε Καπεταναίους ξακουστούς και την έκα­ναν γνωστή σ’ όλα τα λιμάνια της γης,

που με την αλμύρα της θάλασσάς της μεγαλώσαμε, είναι γνωστή σ’ όλο τον αλιευτικό κόσμο της πατρίδας μας για τα Ναυπηγεία της. Μεγάλωσα ουσιαστι­κά μέσα στο Ναυπηγείο, αφού η αυλή του σπιτιού μου ήταν το Ναυπηγείο. Οι θύμισες είναι γλαφυρές και ολοζώντα­νες.

Τα καράβια από τη Σάμο, που έφερναν την ξυλεία, τα βουβά- και σε σχήμα κυκλικό, με τζινέτια τα έβγαζαν στη στεριά, σε συνέπαιρναν. Στο σκά­ρωμα των καϊκιών με τα χνάρια, όταν ορθωνόταν η καρένα ένιωθες πως συμ­μετέχεις και συ. Με το πέτσωμα έβλε­πες να παίρνει σάρκα και οστά το σκαρί που μέχρι πριν λίγο προβληματιζόσουν πώς θα επιπλεύσει. Με το φτιάξιμο των κουκετών φανταζόσουν πώς οι ψαράδες θα ξαποσταίνουν όταν το καΐκι θα κάνει πορεία. Για τα πετυχη­μένα κοράκια αλλά και το κοτσάκι, δείγ­ματα καλαισθησίας και τέχνης παινευό­σουν. Με τα κατάρτια, τα ξάρτια, τα ταμπούκια το όνειρό σου έπαιρνε την τελική του μορφή για να παλέψει με τον πουνέντη.

Με τους μηχανικούς να τοποθε­τούν και να δοκιμάζουν τις μηχανές, αλλά κυρίως με το ρίξιμο του καϊκιού στη θάλασσα, με τον αγιασμό, με την έπαρση των Καπεταναίων και την υπε­ρηφάνεια των μαστόρων, με την πρώτη δοκιμή της μηχανής και την πρώτη βόλτα στο λιμάνι της Κοιλάδας, με την προσδοκία ότι τούτο το σκαρί θα είναι το γρηγορότερο, το πιο καλοτάξιδο, το πιο τυχερό, ζούσες ανεπανάληπτες στιγμές. Γνώρισα τον Μαστρομιχάλη τον Πάχο, έζησα τον πατέρα μου να παλεύει όλο για το καλύτερο, να μην συμβιβάζεται με τη μετριότητα.

Έφηβος εγώ διαφωνούσα μαζί του βλέποντάς τον μαζί με τους μαστό- ρους επί μέρες ολόκληρες να μετρούν με τα τερίζια, να σχίζουν τα ξύλα στην κορδέλα, να σμιλεύουν τα ζωνάρια, να πελεκάνε με τις ώρες και τα άμορφα σκληρά ξύλα να γίνονται στα χέρια τους καλλιτεχνήματα, δίχως να τους προ­βληματίζει η παραγωγικότητα.

Η απάντηση όμως ήταν αποστο­μωτική: «Εγώ είμαι τεχνίτης δεν είμαι έμπορος. Από τα δικά μου χέρια δε θα βγει σκαρί που να μην είναι όπως το θέλω». Και ο πήχης ήταν ψηλά.

Έπρεπε να ήταν καλοτάξιδο, να είχε καλά βαθυκά, να ριζώνει, να καρ­φώνει μέσα στη θάλασσα αλλά και πανέμορφο. Δεν επιτρεπόταν να μπει ξύλο β’ διαλογής. Τα μηχανήματα και τα μέσα λιγοστά, όλα σχεδόν με το χέρι και τα παραδοσιακά εργαλεία. Τα συμ­φωνητικά που έγραφα στην ΣΤ’ Δημο­τικού είχαν ξύλινη γλώσσα: «εκ ξυλείας και πεύκης και καρφώσεως σιδηράς γαλβανισμένης».

Το Ναυπηγείο του Αντώνη Μαργέτα άνοιξε στην Κοιλάδα το 1937. Την κατοχή μεταφέρθηκε στις Σπέτσες, επειδή δεν υπήρχαν δουλειές και ο Θόδωρος ο Τουτουντζής ήταν αυτός που το 1952 του διαμήνυσε: «Μαστραντώνη έλα στην Κοιλάδα, οι δουλειές έχουν ανοίξει, σε περιμένουμε».

Έτσι συνεταιρίστηκαν για 10 χρό­νια. Έζησα τους σημερινούς φημισμέ­νους Ναυπηγούς, το Γιάννη το Λέκκα και το Μίμη το Μπασιμακόπουλο μαζί με τον αδελφό μου τον Παναή να ζυμώνονται μέσα στην τέχνη θεωρώ­ντας την αυτοσκοπό και όχι εμπορική δραστηριότητα, να δουλεύουν με μερά­κι ακούγοντας ολημερίς τα τραγούδια της ξενιτιάς του Στέλιου Καζαντζίδη. Εμπειρίες μοναδικές, ανεκτίμητες. Να βλέπεις τους καπεταναίους με ολόκλη­ρη την οικογένεια τους να βάφουν, να βαφτίζουν τα καΐκια με τα πιο αγαπη­μένα ονόματα.

Ο μπάρμπα Κώστας ο Φασιλής, ο Νονός μου Αλέκος, ο Αντώνης και ο Ρίκος Εμμανουήλ, οι Γιώργος και Πάνος Τούσσας, ο Γιάννης ο Φασιλής, ο Κώστας ο Φλωρής, ο Πέτρος ο Κυριαζής από το Χέλι και δεκάδες καπεταναίοι από τα νησιά του Αιγαίου, από τη Σάμο μέχρι τη Χάλκη, ζούσαν από κοντά το σκάρωμα των καϊκιών τους κοντεύοντας να γίνουν και αυτοί Ναυπηγοί.

Οι σπιτομαραγκοί Γιάννης Τουτουντζής και Χρήστος Κακουριώτης αφιέρωσαν κομμάτια της ζωής τους στο Ναυπηγείο.

Οι τεχνίτες της Κοιλάδας συνεχί­ζουν μια παράδοση που αποτελεί αδιά­λειπτη συνέχεια και κορύφωση τής τόσο παραστατικά περιγραφόμενης από τον Όμηρο ικανότητας των Ελλή­νων στη Ναυπηγική Τέχνη.

Εύχομαι τα Κοιλαδιώτικα Ναυπη­γεία να συνεχίσουν, όπως τα σημερινά και τα παλιότερα, να κρατούν πάντα τη θέση που τους πρέπει και τα Κοιλαδιώτικα καΐκια να είναι καλοτάξιδα, να ξεχωρίζουν σε όποιο λιμάνι αράζουν για την αρχοντιά τους

Γιάννης Α. Μαργέτας

Έχει δημοσιευθεί στην Ειδική Έκδοση «Κοιλάδα το ψαροχώρι της Αργολίδας» (καλοκαίρι 2002), του περιοδικού «Ματιές στην Αργολίδα», που εκδιδόταν από την Συντακτική Ομάδα του έντυπου ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ.

Οι φωτογραφίες είναι του Στέφου Αλεξανδρίδη

ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η ελληνική ναυσιπλοΐα βρίθει από ιστορίες καραβιών που δεν «αρκέστηκαν» στο ρόλο τους, αλλά έγιναν κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που αρχικά είχαν προοριστεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ένα τέτοιο καράβι είναι η θρυλική «Νεράιδα» του καπετάν Γιάννη, κατά κόσμον Ιωάννη Λάτση. Το πλοίο που «θήτευσε» ως επιβατηγό, διασωστικό, πλωτό ξενοδοχείο και αποσύρθηκε ως πλωτό μουσείο. Κυρίως όμως το πλοίο από το οποίο προέκυψε μια οικονομική αυτοκρατορία.

Η Νεράιδα κατασκευάστηκε με το όνομα Laurana στη σημερινή Ριέκα της Κροατίας μεταξύ των ετών 1938-1939. Αμέσως μετά τη ναυπήγησή του χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση ακτοπλοϊκών δρομολογίων στα λιμάνια της Αδριατικής. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το πλοίο συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις ως διασωστικό, καθώς ήταν ένα γρήγορο και ευέλικτο σκαρί που μπορούσε εύκολα να μεταβαίνει σε ναυάγια και να περισυλλέγει διασωθέντες και τραυματίες, προκειμένου να τους μεταφέρει στα πλωτά νοσοκομεία του ιταλικού ναυτικού.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Από τα εφτά διασωστικά και πλωτά νοσοκομεία που επιτάχθηκαν τότε από τους Ιταλούς μόνο το Laurana διασώθηκε, παρότι καταλήφθηκε από πλοία του βρετανικού στόλου κοντά στη Μάλτα. Για τα επόμενα χρόνια μέχρι το τέλος του 1949, χρησιμοποιήθηκε στην ακτοπλοϊκή σύνδεση Μάλτας-Συρακουσών.

Το Δεκέμβριο του 1949 ο Γιάννης Λάτσης αγόρασε το πλοίο από μαλτέζικη ακτοπλοϊκή εταιρεία και στις αρχές του επόμενου έτους σάλπαρε για πρώτη φορά στον Αργοσαρωνικό με το όνομα που είχε λάβει από τους Ιταλούς ιδιοκτήτες του, περίπου 10 χρόνια πριν.

Ο Λάτσης είχε μάθει μικρός ιταλικά, αξιοποιώντας τις συναναστροφές που είχε με Ιταλούς καρμπονάρους στο λιμάνι της ιδιαίτερης πατρίδας του, το Κατάκολο Ηλείας, όπου προσπαθούσε να συνδράμει το φτωχό οικογενειακό τραπέζι ως λιμενεργάτης (είχε 13 μεγαλύτερα αδέρφια και ένα μικρότερο). Μετά το σχολείο φοίτησε στη Σχολή Πλοιάρχων του Eμπορικού Nαυτικού του Πύργου. Λάτρης της θάλασσας καθώς ήταν, μπάρκαρε σε ένα μικρό φορτηγό που πηγαινοερχόταν στην Iταλία και έφτασε μέχρι το βαθμό του υποπλοιάρχου. Η φιλία του με τον γιο του ιδιοκτήτη του φορτηγού, Λουκά Νομικού, εξασφάλισε στον Λάτση το πρώτο εμπορικό πλοίο του με πίστωση, κάνοντας το όνειρό του πραγματικότητα.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Με την ένταξη του Laurana στη γραμμή του Αργοσαρωνικού συνέπεσε και η μετονομασία του. Στο παρθενικό ταξίδι το 1950, παρευρέθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας λίγες μέρες πριν από την ορκωμοσία του ως πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έγινε ψηφοφορία για το όνομα του πλοίου κι ενώ οι προσκεκλημένοι υπερψήφισαν το «Έλλη», τελικά επελέγη το «Νεράιδα». Όταν το πλοίο έφτασε στην Ύδρα, έγινε η τελετή ονοματοδοσίας από τον μετέπειτα πρωθυπουργό.

Για 25 χρόνια το «Νεράιδα» εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Πειραιάς-Αίγινα-Μέθανα-Πόρος-Ύδρα-Σπέτσες-Ερμιόνη. Πολλοί θυμούνται τον καπετάν Γιάννη, ακούραστος και αεικίνητος καθώς ήταν, να κόβει ο ίδιος τα εισιτήρια στο λιμάνι του Πειραιά, να κουβαλάει τις βαλίτσες των επιβατών, να λύνει τα σκοινιά και να τρέχει για να προλάβει να μπει μέσα.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Σε αυτά τα 25 χρόνια το καράβι είχε την ευκαιρία να «πρωταγωνιστήσει», τις δεκαετίες του 1950 και του ‘60 σε πλήθος ελληνικών ταινιών αλλά κυρίως στη χολιγουντιανή παραγωγή του 1957 με τη Σοφία Λόρεν «Το Παιδί και το Δελφίνι». Ήταν τότε που μετατράπηκε σε πλωτό ξενοδοχείο, αλλά και στρατηγείο των συντελεστών της ταινίας, καθώς εκείνη την εποχή η Ύδρα δεν είχε καταλύματα για φιλοξενία μεγάλου αριθμού επισκεπτών, ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Αν και με τα χρόνια η «Νεράιδα» έγινε ασύμφορη και κατά το κοινώς λεγόμενο «έβαζε μέσα» τον ιδιοκτήτη της, ο Λάτσης το θεωρούσε το πρώτο και «τυχερό» του πλοίο, περιβάλλοντας το με συναισθηματική αξία. Για αυτό και όταν πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η ώρα να γίνει παλιοσίδερα, ο Έλληνας μεγιστάνας αρνήθηκε πεισματικά. Το πλοίο παρέμεινε παροπλισμένο στην Ελευσίνα για πάνω από 30 χρόνια, καθώς ο Γιάννης Λάτσης δεν έστειλε ποτέ το σκαρί στα διαλυτήρια. Το 2007, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, η οικογένειά του αποφάσισε την ανακατασκευή και μετατροπή του σε πλωτό μουσείο.

Το Σεπτέμβριο του 2007, το πλοίο οδηγήθηκε στο ναυπηγείο NCP στο Sibenik της Κροατίας, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα από την πόλη όπου «γεννήθηκε». Τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ανέλαβε το γραφείο Patterson Buxton Consultants του Λονδίνου, την κατασκευή των εσωτερικών χώρων η γερμανική εταιρεία Metrica Interior και τη μουσειολογική μελέτη η Καθηγήτρια Αλεξάνδρα Μπούνια.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Στις εργασίες, που διήρκεσαν τρία χρόνια, είχε προσωπική επίβλεψη ο μοναχογιός του Λάτση, Σπύρος. Ολοκληρώθηκαν τον Απρίλιο του 2010 οι εργασίες και μετά από τις απαραίτητες δοκιμές και ελέγχους, το «Νεράιδα» ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής του στα ελληνικά νερά.

Σήμερα, το «Νεράιδα» είναι το μοναδικό πλωτό μουσείο της χώρας. Βρίσκεται ελλιμενισμένο στη Μαρίνα Φλοίσβου, χρηματοδοτείται από το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση και η είσοδος είναι δωρεάν. Οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν μέσω αφήγησης, φωτογραφιών και οπτικοακουστικού υλικού την ιστορία του «τυχερού βαποριού» του Καπετάν Γιάννη και την επιχειρηματική πορεία του ιδιοκτήτη του.

Τα παλιοσίδερα έκρυβαν θησαυρό: Το μυστικό του τυχερού καραβιού που έχτισε τον οικονομικό κολοσσό του Γιάννη Λάτση

Το 2003, χρονιά που ο Γιάννης Λάτσης, ένας από τους μεγαλύτερους εφοπλιστές του 20ου αιώνα, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών, το Forbes τον ανακήρυξε ως τον Νο. 101 πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο, με την περιουσία του να εκτιμάται στα 5,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Το «Νεράιδα» ήταν αυτό το οποίο ξεκίνησε ουσιαστικά το όραμα για τη δημιουργία κάτι τόσο ισχυρού.

πηγή

ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Τον Σεπτέμβριο του 2008, ο Στέφος Αλεξανδρίδης, ο φωτογράφος – μύθος της Ερμιονίδας (και του Αργοσαρωνικού), με επισκέφθηκε στο γραφείο του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ, που διατηρούσα στο Κρανίδι,

πάνω από το Φαρμακείο της κας Γιώτας Μουδάκη – Φασιλή. Ήρθε για να υλοποιήσουμε μια παλιότερη ιδέα του, να δημοσιεύσουμε στην εφημερίδα μου ιστορίες που είχε ζήσει ή ακούσει κατά την εξηντάχρονη καριέρα του, πλαισιωμένες με τις αντίστοιχες φωτογραφίες, που είχε τραβήξει ο ίδιος (ή κάποιος δικός του με αυτόν πρωταγωνιστή).

Θα πρέπει να τονίσω πως ο φωτογράφος Στέφος, μέσα από τα πρόσωπα – πρωταγωνιστές των πλάνων που τραβούσε, κατέγραφε, ουσιαστικά ως λαογράφος, στιγμές και πτυχές της καθημερινής ιστορίας της επαρχίας, και επίσης πως σφραγίζοντας τις φωτογραφίες του στο πίσω μέρος, ανέγραφε τον τόπο (π.χ. Κρανίδι, Κοιλάδα, Ερμιόνη, κ.λ.π.) και την ημερομηνία που τις τράβηξε.

Ξεκινήσαμε τις δημοσιεύσεις στο φύλλο της 1ης Οκτωβρίου και από την πρώτη στιγμή η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού της επαρχίας ήταν μεγάλη. Κάπου τον Δεκέμβριο άρχισε να μου φέρνει όχι μόνο την ιστορία της επόμενης εβδομάδας με τις φωτογραφίες της αλλά τρεις – τέσσερις μαζεμένες, κάθε φορά. Και μου εξήγησε το λόγο:

-Αν τύχει και πεθάνω, εσύ να συνεχίσεις να δημοσιεύεις τις ιστορίες μου. Σου έχω γράψει αρκετές και συνεχίζω να σου γράφω!

Δεν θέλησα να δώσω βάση στην μακάβρια αυτή δήλωσή του, κανείς μας δεν θέλει να σκέφτεται το κακό. Να όμως, που την Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009 έφτασε το μήνυμα πως ο Στέφος είχε εισαχθεί επειγόντως στην Καρδιολογική κλινική του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Πήγα και τον είδα, την ίδια μέρα και την επομένη. Τον συντρόφευε η σύζυγός του η κυρία Ευγενία. Την Τετάρτη, όμως, που ξαναπήγα, το κρεβάτι του ήταν άδειο…

Κατά την δημοσίευση των ιστοριών του χρησιμοποιούσα ως υπέρτιτλο το αρβανίτικο «έρδι Στέφουα» (ήρθε ο Στέφος) από μιαν ατάκα που υπήρχε στην πρώτη ιστορία (Στο καφενείο του Παριώτη). Στο Κρανίδι, μετά το μοιραίο, αναζήτησα τον Βασίλη Λαδά να μου πει πώς είναι στα αρβανίτικα το «Ο Στέφος έφυγε» και το έγραψα στο αποχαιρετιστήριο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας: «Στέφουα ίκου»…

Ο Στέφος μπορεί να έφυγε, όμως, χάρη στην πρόβλεψή του, οι ιστορίες του συνέχισαν να μας συντροφεύουν για αρκετό καιρό ακόμη. Χάρη στην πρωτοβουλία του κοινού μας φίλου Τάσου Λάμπρου, που τότε μοιραζόμασταν το ίδιο γραφείο και ήταν μπροστά στις επισκέψεις του Στέφου, μπόρεσε να υλοποιηθεί και η υπόσχεση που του είχα δώσει: Να βγουν οι ιστορίες του σε βιβλίο, για να μην χαθούν. Το βιβλίο τυπώθηκε, λοιπόν, σε 500 αντίτυπα και μοιράστηκε ΔΩΡΕΑΝ. Έγινε ανάρπαστο και έχει εξαντληθεί προ πολλού…

Γι’ αυτό, σκέφθηκα να αρχίσω από εδώ να δημοσιεύω, κάθε εβδομάδα και μια από τις ιστορίες του.

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

O Ιωάννης – Γιάννος Γιάννουζας γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και είναι το πρώτο από τα τρία παιδιά του πλοιάρχου Δημητρίου Γιάννουζα και της θρυλικής Λασκαρίνας, της μετέπειτα Μπουμπουλίνας.  

Ο πατέρας του χάθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης Σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Γιάννος Γιάννουζας από μικρός ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και από την αρχή της Επανάστασης τάχτηκε στο πλευρό της μητέρας του Λασκαρίνας. Ο γιος βοηθούσε υπέρμετρα τη μητέρα του στη μεγαλουργό δράση της. Για αρκετό χρονικό διάστημα πολιορκούσε το Ναύπλιο μαζί της, επιβαίνοντας στο ιδιόκτητο καράβι της «Αγαμέμνων».

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κεχαγιάμπεης με ισχυρό στρατό κατευθύνεται στο Άργος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές του Ναυπλίου, Δημήτριο Τσώκρη και τον Κρανιδιώτη Παπαρσένη Κρέστα, στρατοπέδευσε με ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών  στα πρόχειρα ταμπούρια που έφτιαξε κοντά στο χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, λίγα λεπτά έξω από το Άργος. Τα παλικάρια του Γιάννουζα ήσαν λίγα και απειροπόλεμα, ενώ οι επερχόμενοι κατά του Άργους τουρκαλβανοί του Κεχαγιάμπεη ήταν εμπειροπόλεμοι και τρεισήμισι χιλιάδες περίπου.

Παρόλες, όμως, τις λυσσαλέες τους επιθέσεις για να καταλάβουν τα πρόχειρα ταμπούρια του Γιάννουζα, δεν κατόρθωσαν να τα χαλάσουν. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες. Παρόλα αυτά, ένα τμήμα του εχθρού με επικεφαλής τον περιβόητο για την παλικαριά του Βελήμπεη κατόρθωσε να πλησιάσει πολύ κοντά στα ταμπούρια του. Στο αντίκρισμα του Βελήμπεη, ο γιος της Μπουμπουλίνας πετιέται από το χαράκωμά του, του επιτίθεται, τον πληγώνει, τον ρίχνει κάτω από το άλογό του και αρπάζοντάς τον από τα  μαλλιά ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι, όταν ένα βόλι τουρκαλβανίτικο τον πληγώνει θανάσιμα. 

Ο θάνατός του εξαγριώνει τους λίγους συντρόφους του και τους κάνει, αψηφώντας το θάνατο, να πεταχτούν όλοι έξω από τα ταμπούρια τους και να επιτεθούν με λύσσα στους Τουρκαλβανούς για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους. Μα είναι τόσο λίγοι και οι άλλοι τόσοι πολλοί, που σε λίγο το έδαφος στρώνεται από τα κορμιά τους.

Έτσι στον Ξεριά, με το γιο της Μπουμπουλίνας, τον Γιάννο Γιάννουζα, και τα παλικάρια του, γράφτηκε μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Εικοσιένα, που μοιάζει μ’  εκείνη του Λεωνίδα με τους τριακόσιους στις Θερμοπύλες.

Βιβλιογραφία: Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Πηγή

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, τα Δίδυμα των 500 κατοίκων, διέθεσαν στην πατρίδα 60 περίπου άντρες, ενώ τα μικρότερα χωριά και οι οικισμοί του Κάτω Ναχαγιέ εξόπλισαν άλλους 50 περίπου ατάκτους, οι οποίοι αγωνίστηκαν σκληρά στα διάφορα μέτωπα και θέατρα του πολέμου, στο πλευρό των υπολοίπων Κάτω Ναχαϊτών, έως την επίτευξη της Ανεξαρτησίας.

Ο κ. Γιώργος Βουτσίνος, μη καταγόμενος από την επαρχία Ερμιονίδας, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία της περιοχής μας. Διαθέτοντας χρόνο, χρήμα, υπομονή και επιμονή, έψαξε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και βρήκε όλους τους Διδυμιώτες Αγωνιστές του ’21, και όχι μόνον.

Το πόνημά του το εξέδωσε, με ίδια έξοδα, σε ένα βιβλίο με τίτλο:

‘’ΜΗΤΡΩΟΝ ΔΙΔΥΜΙΩΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΕΝΝΕΣΙΑΣ” 1η έκδ.2007 (Συμπεριλαμβάνει τους αγωνιστές Ηλιοκάστρου, Θερμησίας, Κάμπου, Κοιλάδας, Πηγαδίων, Πορτοχελίου, Τροιζήνος και Φούρνων).

Το βιβλίο ξεκινά με ένα συνοπτικό χρονικό, στο οποίο αναφέρονται σημαντικά γεγονότα της επανάστασης, στα οποία έλαβαν μέρος οι Διδυμιώτες αγωνιστές καθώς και οι αγωνιστές της Ερμιονίδος, πλην αυτών της Ερμιόνης και του Κρανιδίου που αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστής έρευνας.

Παράλληλα, αναφέρονται γεγονότα που έλαβαν χώρα στα Δίδυμα και τα υπόλοιπα μικρά χωριά κατά την διάρκεια του Αγώνα.

Συνεχίζει με ονόματα των Αγωνιστών του 1821. Το Γενικό Μητρώο Αγωνιστών αναφέρει μόνον Κρανιδιώτες και Ερμιονίτες. Ο συγγραφέας, ανατρέχοντας στους ατομικούς φακέλους των αγωνιστών διεπίστωσε ότι ως Ερμιονίτες είχαν καταγραφεί και οι Διδυμιώτες, Θερμησιώτες, Ηλιοκαστρίτες και Φουρνιώτες.

Έτσι παρουσιάζει έναν κατάλογο των Αγωνιστών του ’21 με ονόματα ανά χωριό μαζί με την δράση ενός εκάστου, όπως έχουν δηλωθεί στις επιτροπές εκδουλεύσεων και προικοδοτήσεων και όπως αυτή προκύπτει από επίσημα στοιχεία.

Το βιβλίο συνεχίζει με ονόματα Δημογερόντων, Προεστών και Εκλεκτόρων από όλα τα χωριά αλλά και με άλλα σημαντικά στοιχεία της εποχής.

Είναι επίσης φανερό ότι ο συγγραφέας βασίστηκε μόνον στα επίσημα αρχεία και ότι η προσπάθειά του μπορεί να συμπληρωθεί – βελτιωθεί με πληροφορίες συγχωριανών.

ΜΗΤΡΩΟΝ ΔΙΔΥΜΙΩΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΕΝΝΕΣΙΑΣ

Από το ομώνυμο βιβλίο του Γ. Βουτσίνου

Αναργύρου Αντώνιος

 Αλεξανδρής Παναγιώτης

Αντωνόπουλος Αναγνώστης

Αντωνόπουλος Ανάργυρος του Α.

Αντωνόπουλος Αντώνιος του Αναγνώστη

Αποστόλου Ανάργυρος

Βελιώτης ή Βελίτης Γεώργιος.

Βλάχος Πέτρος.

Γιάννος ή Γιάννου Αναστάσιος.

Γκιότας ή Γκίρτας Κωνσταντής του Δ.

Δερματάς Δημήτριος.

Δήμιζας ή Δήμιτσας Δημήτριος.

Δήμος ή Δήμου Νικόλαος.

Δίμιζας ή Δήμητσας Αναστάσιος του Δημ.

Δίμιζας Ιωάννης.

Δρούγας ή Δρούζας Δημήτριος.

Ζεστούλης Χρήστος.

Θεοδοσίου Μιχαήλ.

Ιερεύς (οικονόμος) Θηβαίος Αθανάσιος (παπα-Θανάσης).

Καλής Παναγιώτης.

Καρατζίκος ή Καρακίτσος Κων/νος.

Καρδάσης Δημήτριος.

Ιερεύς Κονδάκης ή Κοντάκης Αντώνιος.

Κοτζοβός ή Οτζοβός Κώστας.

Κωτζοβός Αποστόλης.

Λαζαριότης Νικόλαος.

Λαλούσης ή Βαλούσης Κωνσταντής του Ιωάννη.

Λαφιότης Γεώργιος.

Λέκας Ιωάννης.

Μαλτέζος Ιωάννης.

Μαλτέζος Δημήτριος.

Μίζης Ιωάννης.

Μήζης Πέτρος.

Μήζης ή Μήτζης Πέτρος.

Μιχάλης ή Μιχαήλ Ιωάννης.

Μπάρδης ή Πάρδος Γεώργιος.

Μπινιάρης ή Μπενιάρης Γεώργιος.

Μπινιάρης Ιωάννης.

Μπολώσης Αντώνιος.

Μπουγιούρας ή Μπουγιούρης Θανάσης του Γιαννάκη.

Οικονομόπουλος Αναγνώστης.

Παναγιώτου Αναγνώστης.

Παπαδήμου Αναγνώστης.

Πέτρου Γιαννάκης του Μ.

Σαλογιάννης Γεώργιος.

Σαράντος ή ΣαράντηςΓεώργιος του Κυριάκου.

Σαράντος ή Σαράντης Δημήτριος.

Στάθης Ιωάννης.

Τζανής Δημήτριος.

Τζαντάρης Δημήτρης.

Τζατζαρός Δημήτρης.

Χατζίκος Γεώργιος.

Χατζίκος Παναγιώτης.

Χρίστου ή Χρήστου Νικόλαος.

Ψαρόπουλος Παναγιώτης

 

Τα ονόματα έχουν αντιγραφεί πιστά από το βιβλίο. Μερικά διαφέρουν από τα σημερινά. Αν και είναι προφανές για ποια ονόματα πρόκειται φαίνεται ότι ή έτσι ήταν τα ονόματα τότε, ή έτσι τα μετέφεραν στην επιτροπή ή έτσι τα αντελήφθη η επιτροπή. Σημειωτέον ότι οι αγράμματοι ήταν πολλοί τότε.

Ένα άλλο στοιχείο σχετίζεται με τα ονόματα που χάθηκαν από το χωριό. Στον παραπάνω κατάλογο υπάρχουν ονόματα που δεν αναφέρονται ούτε στα γραπτά του Νικ. Ι. Μπροδήμα ούτε στα γραπτά του Δημ. Μπάρδη.

πηγή

ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Ο παππούς μου, ο Γιάννης ο Πίλουρης από το Χέλι ή αλλιώς Σιν Πίλουρης (που σημαίνει στα αρβανίτικα Άγιος Πίλουρης ) καπετάνιος ταξίδευε με τα τότε ιστιοφόρα σε όλη τη Μεσόγειο.

Δυστυχώς, όμως, πέθανε νέος, αυτός και η γιαγιά μου Ζαχαρούλα, το γένος Γιαννακοπούλου, την εποχή που «θέριζε» στη χώρα η Ισπανική γρίπη* (1918), αφήνοντας τον πατέρα μου και τα αδέρφια του ορφανά.

Ο Γιάννης Πίλουρης αναδείχθηκε χρυσός Ολυμπιονίκης στην 16θέσια με πηδαλιούχο, κατά την Μεσολυμπιάδα** του 1906, μαζί με άλλους Κρανιδιώτες, Κοιλαδιώτες, Ερμιονίτες, Υδραίους, Σπετσιώτες και πολλούς από την Τροιζηνία, που άνηκαν στις ομάδες που είχε φτιάξει τότε ο μετέπειτα ένδοξος ναύαρχος Νικόλαος Μπότσης ή Βότσης***, για τους Ολυμπιακούς αγώνες.

Σαν έπαθλο τους δόθηκε από ένα κτήμα στο Γαλατά, το οποίο, του παππού μου υπάρχει ακόμα και έχει την ονομασία «Κτήμα Πίλουρη».

Ο παππούς μου, βέβαια, ουδέποτε πήγε να καλλιεργήσει στο κτήμα αυτό, λόγω της αποστάσεως και αυτό βρίσκεται, κατόπιν πολλών χρησικτησιών, στα χέρια ενός ανθρώπου, που έτυχε και τον γνώρισα.

Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία…

Κωπηλασία στην Ολυμπιάδα του 1906

Στους μεσοολυμπιακούς του 1906, στην Αθήνα, διεξήχθησαν έξι αγωνίσματα κωπηλασίας: μονοθέσιο σκιφ 1000 μ., δίκωπος με πηδαλιούχο 1000 μ., δίκωπος με πηδαλιούχο ενός μιλίου, τετράκωπος με πηδαλιούχο 2000 μ., εξαθέσια με πηδαλιούχο ναυτών 2000 μ., 16θέσια με πηδαλιούχο ναυτών 3000 μ.

Έλληνες Ολυμπιονίκες

Οι Έλληνες Ολυμπιονίκες του 1906 στην κωπηλασία ήταν οι εξής:

  • Χρυσό
    • 16θέσια με πηδαλιούχο ναυτών 3000 μ.: Προγυμναστήριον Πόρου: Ισίδωρος Μίχας, Ιωάννης Γεωργιάς, Μιχαήλ Σόκος, Ιωάννης Αγρίμης, Άργος Μυλωνάς, Δημήτριος Κακούσης, Ιωάννης Λουκάς, Παύλος Καγκιότζης, Ιωάννης Λαφιώτης, Π. Μουράτης, Χρήστος Τσιριγωτάκης, Άγγελος Δρίβας, Κωνσταντίνος Κεφάλας, Ιωάννης Καισαρεύς, Ιωάννης Πίλουρης, Δημήτριος Πιαδίτης, Πέτρος Βελλιώτης (πηδαλιούχος).

Ο Κελευστής Πέτρος Βελλιώτης

  • Ασημένια
    • Εξαθέσια με πηδαλιούχο ναυτών 2000 μ.: Λέμβος πλοίου «Σπέτσαι»: Δημήτριος Νταής, Παύλος Κυπραίος, Δημήτριος Βαλούρδος, Νικόλαος Δεκαβάλας, Νικόλαος Καρσούμπας, Σπύρος Βεσάλας, Κωνσταντίνος Μισοκοκκίνης (πηδαλιούχος).
    • 16θέσια με πηδαλιούχο ναυτών 3000 μ.: Λέμβος πλοίου «Ύδρα»: Ιωάννης Τσιράκης, Μιχαήλ Κατσούλης, Κωνσταντίνος Νιώτης, Ν. Στεργίου, Ιωάννης Παπαπαναγιώτου, Ιωάννης Δόλας, Πέτρος Πτερνέας, Γεώργιος Νικολούτσος, Ιωάννης Γρυπαίος, Σταμάτιος Διοματάρας, Ευάγγελος Χαλδαίος, Ιωάννης Φασιλής, Κωνσταντίνος Παπαγιαννούλης, Σ. Λεμονής, Ευάγγελος Κανακάρης, Ξενοφών Στέλλας, Ιωάννης Μηλάκας (πηδαλιούχος).
    • Δίκωπος με πηδαλιούχο ενός μιλίου: Θεόφιλος Ψιλιάκος (πηδαλιούχος στη βελγική λέμβο).
  • Χάλκινο
    • Εξαθέσια με πηδαλιούχο ναυτών 2000 μ.: Λέμβος πλοίου «Ύδρα»: Διονύσιος Χρηστέας, Δημήτριος Γκρους, Γεώργιος Μαρούλης, Νικόλαος Φωτεινάκης, Π. Λομβάρδος, Δημήτριος Σουράνης, Πέτρος Μέξης (πηδαλιούχος).

Ανάμεσά τους, μπορείτε να αναγνωρίσετε πολλά ονόματα προερχόμενα από την γύρω περιοχή.

Βαγγέλης Πίλουρης

Υ.Γ. Για το πώς ο παππούς μου ο Γιάννης έγινε… Σιν Πίλουρης, θα σας το γράψω σε επόμενο σημείωμα.

———————————————

*Ισπανική Γρίπη. Στην Ελλάδα το πρώτο κρούσμα εντοπίστηκε στην Πάτρα το καλοκαίρι του 1918. Από τις Ελληνικές περιοχές που επλήγησαν περισσότερο ήταν η Σκύρος, όπου πέθαναν πάνω από 1000 κάτοικοι, το ένα τρίτο του πληθυσμού της. Στην Αθήνα η γρίπη προκάλεσε τον θάνατο 1.668 ανθρώπων, στη Θεσσαλονίκη άλλων 5.284, ενώ στην Πάτρα οι νεκροί ξεπέρασαν τους 800. Η Δυτική Μακεδονία κατέγραψε 4.336 νεκρούς.

Κορωνοϊός vs ισπανική γρίπη: Σοκάρουν τα ευρήματα μελέτης - Ειδήσεις - νέα  - Το Βήμα Online

**Οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 1906, γνωστοί ως Μεσοολυμπιακοί Αγώνες του 1906 ή Μεσολυμπιάδα του 1906, ήταν μία διεθνής αθλητική διοργάνωση, η οποία διεξήχθη από τις 22 Απριλίου έως τις 2 Μαΐου του 1906 στην Αθήνα.

Η μεσολυμπιάδα της Αθήνας στα χέρια μιας Καναδής

***Νικόλαος Βότσης. Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1877 και ήταν γιος του Ιωάννη Βότση και της Μαρίας Κουντουριώτη. Υπήρξε μέλος του πληρώματος των πρώτων ωκεανοπόρων του Βασιλικού Ναυτικού το 1900, όπου με το Εύδρομο “ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ” έφθασαν στις Η.Π.Α.

Στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου πέτυχε κάτι που θεωρούνταν ακατόρθωτο. Με τις πρώτες ναυτικές συμπλοκές στις 18 Οκτωβρίου του 1912, υποπλοίαρχος τότε, κυβερνώντας το Τορπιλοβόλο 11, εισήλθε στο οχυρωμένο λιμάνι της Θεσσαλονίκης χωρίς να γίνει αντιληπτός, όπου και εκτόξευσε τρεις τορπίλες κατά της Τουρκικoύ θωρηκτού «Φετίχ Μπουλέντ» 3.000 τόνων, με αποτέλεσμα οι δύο τορπίλες να ευστοχήσουν, το τουρκικό πολεμικό πλοίο, να βυθιστεί και ο Ν. Βότσης να αποχωρήσει χωρίς καμία απώλεια.

Με πληροφορίες από την Βικιπαίδεια

Επιλογή ιστορικών στοιχείων & εικόνων: Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Αναμνήσεις νοσταλγικές άφησε πίσω του ο αιώνας που έφυγε, από τα παλιά Ερμιονίτικα καΐκια: Περήφανα σκαριά, τρεχαντήρια, ν’ αρμενίζουν με ολοφούσκωτα πανιά για τα μακρινά τους ταξίδια και να επιστρέφουν στον κόρφο της πατρίδας.

Αναφορές στους Ερμιονίτες καραβοκύρηδες έχουμε από τον προηγούμενο αιώνα, όταν μαζί με τους γείτονες Υδραίους και Σπετσιώτες διέσχιζαν τη Μεσόγειο, από τον καπετάν – Γιώργη Μήτσα, πατέρα των δύο ηρώων αγωνιστών του ’21, που αγκυροβολούσε μπροστά στον οχυρωμένο πύργο του – «κουλέ» – στα Μαντράκια, ως τον καπετάν-Γιώργη Μερκούρη (πατέρα του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη) με το «καρλάκι» (καϊκάκι) του.

Και κοντά σ’ αυτούς τα ονόματα των Αν.Πασαλάρη, Γ. Καραγιάννη, Β. Μπούρλα, Γ. Φασιλή – Τουτούνη, Γεώργ. Γκάτσου, Γιώργη Τέσση και άλλων που φτάνουν ως τις αρχές του αιώνα μας. Από τα καράβια τους όμως αυτά καμιά εικόνα δε σώθηκε, ξεχάστηκαν ως και τα ονόματά τους. Ώσπου, την εποχή του μεσοπολέμου, εμφανίζεται στον Πειραιά ο Αριστείδης Γλύκας.

Χιώτης στην καταγωγή (1870-1940), ο λαϊκός ζωγράφος με ιδιαίτερο ταλέντο στην απεικόνιση καραβιών, περιφέρεται στα λιμάνια της Χίου, της Ύδρας και κυρίως του Πειραιά, στέκεται στην αποβάθρα, σκιτσάρει το πλοίο και με την άδεια του ιδιοκτήτη το ζωγραφίζει με νερομπογιές (ακουαρέλα) σε απαλά χρώματα.

Έτσι σώθηκαν σε σπίτια της Ερμιόνης 10 υδατογραφίες του, που αξίζει να τις γνωρίσουμε.

Το ναυτικό στόλο της Ερμιόνης αποτελούσαν εμπορικά και σπογγαλιευτικά πλοία.

Τα «λαδάδικα»-«σιταράδικα» δε μετέφεραν μόνο το εκλεκτό λάδι της περιοχής μας στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας φέρνοντας από κει μόνο στάρι, αλλά διακινούσαν παντός είδους εμπορεύματα σ’ όλο το Αρχιπέλαγος. Τα «σφουγγαράδικα» ξεκινούσαν την άνοιξη για τα παράλια της Β. Αφρικής φορτώνοντας 6 έως 10 βάρκες με το πλήρωμά τους (καραβοκύρηδες, ναύτες) και επέστρεφαν το φθινόπωρο για να πουλήσουν το πολύτιμο φορτίο τους. Η διάκριση βέβαια δεν ήταν απόλυτη. Τα σφουγγαράδικα τους χειμερινούς μήνες έκαναν και εμπορικά ταξίδια.

Ο τύπος τους συνήθως ήταν τρεχαντήρι,

«ταχύπλοο ιστιοφόρο, από τα πιο όμορφα σκαριά που αρμένισαν τη Μεσόγειο», με ένα ή δυο ιστούς και συνήθως τέσσερα ή πέντε πανιά: δύο-τρία τριγωνικά στην πλώρη (φλόκους) και δυο τραπεζοειδή στους ίσιους (μπούμες). Στη δεκαετία το ’30 σχεδόν όλα πρόσθεσαν και μια πετρελαιομηχανή που τη χρησιμοποιούσαν κατά περίπτωση, την οποία ο ζωγράφος Γλύκας υποδηλώνει με ένα ελαφρό κάπνισμά της. Ο Παντελής Μήτσου έχει ζωγραφίσει σε τοίχο Ερμιονίτικου σπιτιού αυτόν το χαρακτηριστικό τύπο δικάταρτου τρεχαντηριού με απλωμένα όλα του τα πανιά.

Η παλιότερη υδατογραφία του Αρ. Γλυκά (1924) απεικονίζει τον «Άγιο Γεώργιο», υδραίικο τρεχαντήρι αγορασμένο από τον Ιω. Τράκη, ενώ από τις τελευταίες του (1936) ο «Άγιος Ελευθέριος» του Ι. Αντωνίου περιήλθε αργότερα στην ιδιοκτησία των Γρηγόρη Γκάτσου και Γ. Κουτούβαλη.

Εμπορικά κυρίως ήσαν τα πλοία των αδελφών Αντώνη και Γαβρίλη Γεωργίου. Το πρώτο τους, ο «Άγιος Παντελεήμων», και το δεύτερο ο «Άγιος Νικόλαος», που συνέχισε και μετά την απελευθέρωση τα ταξίδια του.

Κατ’ εξοχής σφουγγαράδικα ήσαν τα καΐκια του Απόστ. Κατσογιώργη, πρώτα ο «Νικηφόρος», αργότερα η «Αγία Μαρίνα» που βυθίστηκε το 1949 από νάρκη έξω από την Αίγινα και το μεγαλύτερο ο «Μπαλαρμιώτης». Μετά τον πόλεμο, όταν σταμάτησε η σπογγαλιεία, έκανε συγκοινωνία μεταξύ Ερμιόνης και Πειραιά με κυβερνήτη τον Αντώνη Κατσογιώργη, που συνέχισε τη ναυτική σταδιοδρομία του πατέρα του, σαν ιδιοκτήτης μεγάλων σύγχρονων εμπορικών πλοίων.

Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν το «Ερμιονίς» των Ιω. και Κων. Γιώργα. Σε διαγωνισμό του υπουργείου Οικονομικών (1920) επιλέχθηκε πρώτο για τη δίωξη του λαθρεμπορίου και σαν καταδιωκτικό υπηρέτησε ως το 1937.

Ο Διονύσης Οικονόμου (Νεότσιος) και ο γιός του Γιάννης ήσαν ιδιοκτήτες των «Άγιος Κωνσταντίνος» και «Πρόδρομος». Πολλοί Ερμιονίτες θυμούνται ακόμα την 1.2.1944, όταν αγγλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το λιμάνι της Ερμιόνης για να εμποδίσουν την επίταξη των ελλιμενισμένων πλοίων από τους Γερμανούς. Τότε βυθίστηκε και το «Άγιος Κωνσταντίνος». Τέλος, ο «Πρόδρομος» θα γράψει τον επίλογο της Eρμιονίτικης σπογγαλιείας με το τελευταίο του ταξίδι (1960) στην Μπαρμπαριά.

Ο Αρ. Γλύκας ζωγράφισε ακόμα τα σφουγγαράδικα «Άγιοι Πάντες» των Κων. και Μιχ. Οικονόμου (Κοτσιγκιώνη) και «Άγιος Νικόλαος» των Αντώνη, Μανώλη και Δημήτρη Νόνη, δυστυχώς όμως δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε τους πίνακες αυτούς.

Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ

Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Ματιές στην Αργολίδα» (που επιμελείτο και εξέδιδε η συντακτική ομάδα του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ), αρ. φύλ. 7, τον Δεκέμβριο του 2001

ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Προτού ακόμη αναγνωριστεί επίσημα ως ανεξάρτητο κράτος, η Ελλάδα θα μάθαινε έννοιες όπως καραντίνα, ιχνηλάτηση και περιορισμός κοινωνικών επαφών

Μετά την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827, η αντίστροφη μέτρηση για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους έφτασε στο τέλος της, ταυτόχρονα όμως ξεκίνησε μία αντίστοιχη για την αντιμετώπιση μιας άλλης μεγάλης απειλής, της ανθρωπιστικής κρίσης.

Ο επτατής πόλεμος με τους Τούρκους, αλλά και οι δύο εμφύλιοι, μεσούσης της επανάστασης, είχαν καταστρέψει σχεδόν ολοσχερώς την παραγωγική βάση, ενώ το εμπόριο των ναυτικών νησιών είχε εκμηδενιστεί και πολλοί πλοιοκτήτες είχαν στραφεί ανοικτά στην πειρατεία. Η ανέχεια του πληθυσμού έφτανε σε αρκετές περιοχές στα όρια της λιμοκτονίας, η αναρχία και το πλιάτσικο ήταν τα διακριτικά της νέας τάξης πραγμάτων και ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε να βάλει τάξη σε αυτό το χάος, ως κυβερνήτης μιας (ελεύθερης) επικράτειας, που περιελάμβανε τότε μόνο την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τις Κυκλάδες.

Μία από τις προκλήσεις που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Καποδίστριας ήταν απροσδόκητα και η επιδημία της πανώλης, μόλις τέσσερις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Η πανώλη ή πανούκλα, μία από τις πέντε σοβαρότερες μεταδιδόμενες ασθένειες, μεταδόθηκε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1828 από το πλήρωμα του υδραϊκού πλοίου «Αφροδίτη», μετά από ένα ταξίδι μεταφοράς αιχμαλώτων από την Αίγυπτο στη Μεθώνη. Τα μέλη του πληρώματος προσβλήθηκαν από τον ιό, που θέριζε τότε τον πληθυσμό της Αιγύπτου και οι περισσότεροι πέθαναν.

Μετά την επιστροφή του «Αφροδίτη» στην Ύδρα, δεν λήφθηκαν τα κατάλληλα μέτρα και ο ιός επεκτάθηκε στο νησί που έγινε το επίκεντρο της επιδημίας. Έχοντας σπουδάσει ο ίδιος ιατρική, ο Καποδίστριας, διέγνωσε τον κίνδυνο και έστειλε στην Ύδρα τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο, με εντολή να λάβει αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς. Προτού ακόμη αναγνωριστεί επίσημα ως ανεξάρτητο κράτος, η Ελλάδα θα μάθαινε έννοιες όπως καραντίνα, ιχνηλάτηση και περιορισμός κοινωνικών επαφών.

Ο Καλογερόπουλος επέβαλε καραντίνα 50 ημερών στους Υδραίους, συνακόλουθη μιας σειράς μέτρων: να κλείσουν οι εκκλησίες, να απομακρυνθούν από την πόλη και να μπουν σε καθαρτήριο οι οικογένειες όσων είχαν νοσήσει, να αναλάβουν συγκεκριμένοι «μόρτηδες» τον ενταφιασμό των νεκρών από τη νόσο, την αποτέφρωση των ρούχων τους και την απολύμανση των σπιτιών τους, να υπάρχει ισχυρή επαγρύπνηση στις επαφές των συγγενών των νοσούντων σε δημόσιους χώρους και να απαγορευτεί ο εκκλησιασμός.

Ωστόσο η επέκταση της επιδημίας στο νησί και ακολούθως στις Σπέτσες δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα τα μέτρα δεν τηρήθηκαν, τουλάχιστον στο βαθμό που θα περιόριζε τη μεταδοτικότητα. Ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να επιβάλει σκληρότερα μέτρα, θέτοντας σε καραντίνα 40 ημερών την Ύδρα και τις Σπέτσες, με την αυστηρή διαταγή να μην βγαίνει οτιδήποτε από τα νησιά που είχαν πληγεί, είτε προϊόν είτε άνθρωπος. Ο αποκλεισμός των δύο νησιών ελεγχόταν με στρατιωτικές λέμβους, όμως και πάλι δεν είχε αποτέλεσμα. Σύντομα η πανώλη μεταφέρθηκε σε Αργολίδα, Σπέτσες, Πόρο, Μέγαρα, Χαλκίδα και Καλάβρυτα, σημαίνοντας γενικό συναγερμό.

Το ρόλο του ελέγχου και της επιβολής του νόμου ανέλαβε ο αδελφός του κυβερνήτη, Βιάρος Καποδίστριας, ο οποίος αυστηροποίησε την καραντίνα, διορίζοντας επιστάτες επιφορτισμένους με το έργο να επισκέπτονται κάθε μέρα όλα τα σπίτια της Ύδρας ψάχνοντας για νέα κρούσματα. Αν συναντούσαν ασθενή, όφειλαν να τον περιορίσουν στο σπίτι του. Οι επιστάτες των λιμανιών ήταν εντεταλμένοι να εμποδίζουν τον απόπλου όλων των πλοίων εκτός των αλιευτικών, ενώ είχε καθοριστεί μια νέα αγορά για προμήθειες με νέους αυστηρούς κανόνες υγιεινής.

Ο Καποδίστριας δεν επέτρεπε καμία εμπορική δραστηριότητα στα δύο νησιά αν δεν έμεναν χωρίς κρούσματα επιδημίας για τουλάχιστον 40 διαδοχικές ημέρες και σύντομα ξέσπασαν αντιδράσεις από τους εμπόρους, που ζητούσαν χαλάρωση των μέτρων, κατηγορώντας την κυβέρνηση για περιορισμό των ελευθεριών.

Θέλοντας να εξαλείψει γρηγορότερα την πανώλη, ο Καποδίστριας επέκτεινε τον Μάιο του 1828 την καραντίνα των νησιών στα παράλια της Αττικής, στην Εύβοια και στον κόλπο του Βόλου. Μια ναυτική μοίρα ανέλαβε την υποχρέωση να επιτηρήσει τις περιοχές αυτές και να μην επιτρέψει σε κανένα πλοίο να παραβιάσει τον αποκλεισμό. Η αυστηροποίηση των μέτρων απέδωσε καρπούς στην Ύδρα, καθώς η επιδημία «έσβησε» στο νησί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η νέα εστία ήταν πια ο Πόρος. Και το νέο πρόσωπο – «κλειδί» για την αντιμετώπιση της κατάστασης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους φιλέλληνες της ιστορίας: ο διάσημος Ελβετός γιατρός Λουί Αντρέ Γκοσέ, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από τον Καποδίστρια να κάνει όσα έκρινε σκόπιμα ώστε να αναχαιτίσει την πανώλη.

Ο Γκοσέ επέβαλε έκτακτα μέτρα, χρησιμοποιώντας την ιατρική τεχνική της «καυτηρίασης των οιδημάτων». Όρισε λοιμοκαθαρτήρια, επέβαλε την καύση των ρούχων των νεκρών, έβαλε λουκέτο σε εκκλησίες και καφενεία και διέταξε την τοποθέτηση των ασθενών κάτω από την σκιά φυλλωμάτων σε απόσταση έξι μέτρων του ενός από τον άλλο. Θέτοντας και τη δική του ζωή σε κίνδυνο – ασθένησε βαριά και σώθηκε με τη χορήγηση κινίνου, απομονωμένος σε ένα μοναστήρι στον Πόρο – ο Ελβετός γιατρός προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, πετυχαίνοντας να εξαλειφθεί η νόσος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η Ελλάδα όμως δεν είχε ξεμπερδέψει ακόμα με την πανώλη. Τον Οκτώβριο εμφανίστηκε το δεύτερο κύμα της επιδημίας, παράλληλα με τη χαλάρωση των υγειονομικών μέτρων. Η νόσος μεταδόθηκε από το Διακοφτό στα Καλάβρυτα και το χωριό Βραχνί. Σύμφωνα με τα αρχεία της εποχής, 15 άνθρωποι πέθαναν στα Καλάβρυτα των 1000 κατοίκων και περίπου το 1/14 του πληθυσμού στο Βραχνί (53 στους 700).

Ο Γκοσέ κατέγραψε τα συμπτώματα της επιδημίας και τις θεραπείες που ακολούθησε στην Ελλάδα για να τις καταπολεμήσει, σε χωριστές ιατρικές μελέτες που εκδόθηκαν στην Ελβετία. Οι μελέτες αυτές αποτέλεσαν σημαντικές πηγές πληροφόρησης τον 19ο αιώνα για την ίαση της πανώλης παγκοσμίως ενώ συγκεντρώνουν το επιστημονικό ενδιαφέρον και πωλούνται τόσο από βιβλιοπωλεία όσο και από το διαδίκτυο μέχρι και στις μέρες μας.

Ο έκτακτος απεσταλμένος της κυβέρνησης Γεώργιος Μαυρομάτης επισκέφθηκε το Βραχνί και προέβη σε αυστηρές συστάσεις προς τους κατοίκους για την αμέλειά τους στην αντιμετώπιση της επιδημίας, θέτοντας το χωριό σε καραντίνα. Στη συνέχεια πήγε στα Καλάβρυτα και συγκρότησε τέσσερα ολιγομελή στρατιωτικά σώματα με αποστολή να περιφρουρήσουν όλες τις επαρχίες των Καλαβρύτων, με σκοπό τον άμεσο περιορισμό όλων των πιθανών αρρώστων στα σπίτια τους. Οι κάτοικοι της περιοχής προμηθεύτηκαν νέα ρούχα και τελικά χάρη στις συντονισμένες προσπάθειες όλων των αξιωματούχων της κυβέρνησης στην περιοχή, η επιδημία δεν διαδόθηκε στην υπόλοιπη Πελοπόννησο, αλλά καταπολεμήθηκε και στις περιοχές που είχε κάνει την επανεμφάνισή της

Λίγο πριν την αναχώρηση του Γκοσέ για την Ελβετία, η ελληνική κυβέρνηση του απένειμε τον τιμητικό τίτλο του επίτιμου πολίτη των Αθηνών και Καλαβρύτων, ενώ σε ειδική τελετή ο βασιλιάς Όθωνας του απένειμε το αριστείο του Αγώνος και τον αργυρό σταυρό του Σωτήρος για την αυταπάρνηση του και τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφερε στην Ελλάδα.

Ο Γκοσέ δεν ξέχασε ποτέ την Ελλάδα. Ακόμη και μετά την επιστροφή στη χώρα του, συνέχισε ως μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής της Γενεύης να στέλνει χρήματα και να διατηρεί τακτική αλληλογραφία με τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον αδελφό του Βιάρο. Το 1838 επισκέφθηκε με τη σύζυγο του την ελεύθερη Ελλάδα, συναντώντας παλιούς φίλους και «συναγωνιστές» στη μάχη για την καταπολέμηση της επιδημίας.

Μια επιδημία, που λόγω της πυγμής, της μεθοδικότητας και της απόδοσης ρόλων στους κατάλληλους ανθρώπους από τον Καποδίστρια, περιορίστηκε σε δύο κύματα και στις λιγότερες δυνατές απώλειες, με βάση τα μέσα και την τεχνογνωσία της εποχής.

Πηγή

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Με τον ανωτέρω τίτλο κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο, του Γιάννη Σπετσιώτη και της   Τζένης Ντεστάκου, στη σειρά «Η Εκπαίδευση στην Ερμιονίδα». Αφορά στη λειτουργία πέντε δημοτικών σχολείων, των 1ου και 2ου Αρρένων Κρανιδίου, 1ου και 2ου Θηλέων Κρανιδίου και 1ου Αρρένων Διδύμων.

Έτσι προστίθεται μια νέα μελέτη που αναδεικνύει στοιχεία της Εκπαίδευσης στην επαρχία Ερμιονίδας (1830 – 1915) κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Επιπλέον στο Παράρτημα του βιβλίου περιγράφεται η λειτουργία του 3/τάξιου Αστικού Σχολείου Κρανιδίου, ενός ξεχασμένου σχολείου φυλαγμένου σε λιγοστά χαρτιά, που λειτούργησε μόνο για μια πενταετία (1939-1944).

Περιεχόμενα

  • Η αναστολή λειτουργίας του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» το 1832 και η επαναλειτουργία του το 1837.
  • Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων «Διδύμου» την εικοσαετία 1838 -1858.
  • Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την εικοσαετία 1859-1879.
  • Οι δημοδιδάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων (1880-1899).
  • Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα (1900-1909).
  • Σχολεία «ΣΥΓΓΡΟΥ» ή τύπου «ΚΑΛΛΙΑ» στον Δήμο Ερμιονίδας.
  • Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859.
  • Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1860 -1879.
  • Οι Δημοδιδάσκαλοι του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899.
  • Οι ιερείς και δημοδιδάσκαλοι Κρανιδίου Νικόλαος Δ. Σκλιας και Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος.
  • Η σύσταση και λειτουργία του «Παραρτήματος» του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου και η ίδρυση του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου (1880 – 1899).
  • Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Αρρένων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900 -1915).
  • Η εκπαίδευση των κοριτσιών στο Κρανίδι (1830 -1879).
  • Η σύσταση και η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1879).
  • Το Διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου (1858 -1899).
  • Οι «δημοδιδασκάλισσαι» του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Κρανιδίου των ετών 1880 -1899.
  • Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Θηλέων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900-1915).
  • Παράρτημα  – Το Τριτάξιο Αστικό Σχολείο Κρανιδίου (1939-1944).
  • Βιβλιογραφία – Πηγές, Βιβλία.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στις Βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

Η λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων Διδύμων και Κρανιδίου (1830-1915)

Διαστάσεις: 17Χ24

Σελίδες: 118

ISBN: 978-618-83000-4-0 

Πηγή

Φωτογραφία: Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Από το βιβλίο: Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Πριν μερικά χρόνια η Ρέα Γαλανάκη, εμπνευσμένη από την ζωή της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου, θα  γράψει το γνωστό μυθιστόρημα της «Ελένη ή ο Κανένας». Είναι η ζωή της Ελένης Μπούκουρα – Αλταμούρα, η οποία αφήνει την τελευταία της πνοή στις Σπέτσες στις 19 Μαρτίου του 1900.

 «Να μην ξεχνάς πως είσαι Ελληνίδα»,  της είπε κάποτε ο κύρης της…

Ζωή θυελλώδης, ατίθασο πνεύμα της εποχής της θα ζήσει τον έρωτα,  το πάθος , το όνειρο και  θα έχει την πιο άσχημη κατάληξη γεμάτη πόνο, οδύνη και τρέλα.

1

«Γνωρίζοντας ότι θα δημοσιευτούν τα λόγια μου, της μίλησα μόνο για τα απαραίτητα. Για το μαθητικό παράπτωμα και τη σχολική μου τιμωρία μέχρι τις σπουδές στη Ρώμη, για τα ταξίδια με σκοπό να δω και να σχεδιάσω, ή για το εργαστήριο της Φλωρεντίας. Ναι, ήταν αλήθεια ότι ντύθηκα άνδρας για να αποκτήσω ένα πτυχίο, μα και να μελετήσω με γυμνό μοντέλο. Υπήρχε άλλωστε μια φωτογραφία μου ως μιας Ελένης άντρα και ζωγράφου. Δεν είχα ΄΄άλλο τρόπο να παραβιάσω το απαγορευμένο. Παλιότερα καμάρωνα πολύ για αυτό. Ακόμη, ότι κρατούσα φυλακτό κάτω από τα αντρικά μου ρούχα του πατέρα μου τα λόγια, ωσότου τα απορρόφησε το δέρμα μου και πια δεν ήξερα αν ήταν ευχή ή κατάρα το να  ξεχνώ πως είμαι Ελληνίδα …»

«Ποια από όλες τις Ελένες ζει; Αίνιγμα, μου είπε δημοσιογράφος που ήρθε εδώ για μένα. Αίνιγμα, ένα παραμύθι που θα διαβαστεί και θα ξαναδιαβαστεί…»  

1

(Αποσπάσματα από το βιβλίο: Ελένη ή ο Κανένας , της Ρέας Γαλανάκη)

Γεννήθηκε το 1821 στις Σπέτσες και ήταν κόρη του αρβανίτη καραβοκύρη και πρώτου θεατρώνη της Αθήνας Γιάννη Μπούκουρα, με καταγωγή από τη Γορτυνία. Από μικρή έδειξε το ταλέντο της στη ζωγραφική και ο πατέρας της δεν της χάλασε το χατίρι. Παιδί ακόμα, έκλεβε αποκέρια και ζωγράφιζε φίλες της που της πόζαραν στην αυλή του παρθεναγωγείου Έλαβε μαθήματα κατ’ οίκον από τον Ιταλό ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι, καθηγητή του Σχολείου των Τεχνών, με συστατική επιστολή του οποίου συνέχισε τις σπουδές της στην Ιταλία.

Μεταμφιεσμένη σε άνδρα, με το ψευδώνυμο Χρυσίνης Μπούκουρας, παραβίασε το καλλιτεχνικό άβατο της εποχής και μαθήτευσε στο εργαστήρι του ζωγράφου και γαριβαλδινού επαναστάτη Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα στη Νεάπολη (Νάπολι).

Η Ελένη ερωτεύθηκε τον κατά τέσσερα χρόνια μικρότερο δάσκαλό της και μαζί του απέκτησε τρία εξώγαμα παιδιά: τον Ιωάννη, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο. Προκειμένου να νομιμοποιήσει τη σχέση της, ασπάστηκε τον καθολικισμό και τον παντρεύτηκε. Όμως, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε κι έφυγε με την ερωμένη του, την αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Χέυ, παίρνοντας μαζί του τον μικρότερο γιο τους Αλέξανδρο.

1

Η Ελένη επέστρεψε στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της, τον Ιωάννη και τη Σοφία, και άρχισε να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής σε νεαρές Αθηναίες. Όμως, το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και για λόγους υγείας οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στις Σπέτσες. Τελικά, η Σοφία δεν απέφυγε το μοιραίο και πέθανε στα τέλη του 1872, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Μετά τον θάνατο της κόρης της, η Μπούκουρα-Αλταμούρα είναι βουτηγμένη στο πένθος, αλλά βαθμιαία συνέρχεται. Xάρη στις περιποιήσεις συγγενών που έρχονται από την Aθήνα, ξαναβρίσκει το ενδιαφέρον της για τη ζωή. Ζωγραφίζει, διαβάζει μυθιστορήματα, ξεκοκαλίζει εφημερίδες και φροντίζει να ενημερώνεται. Επιστρέφει και η ίδια στην Αθήνα.

Το 1876 ο γιος της και ανερχόμενος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη και επέστρεψε στην Αθήνα, γεμίζοντας με χαρά τη χαροκαμένη μάνα. Εκεί στήνει το εργαστήρι του και εργάζεται με πυρετώδεις ρυθμούς. Ζωγραφίζει θαλασσογραφίες μεγάλης πνοής, όπως η “Ναυμαχία Πατρών” κ.ά.

3

 Όμως, η χαρά της δεν κράτησε πολύ. Ο Ιωάννης, που διακρίθηκε για τις θαλασσογραφίες του, προσβλήθηκε και αυτός από φυματίωση και πέθανε τον Μάιο του 1878, σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Η απώλεια των παιδιών της προκάλεσε νευρικό κλονισμό στην Ελένη και την οδήγησε στην τρέλα. Σε ηλικία 60 ετών επέστρεψε στις Σπέτσες, όπου έκαψε σχεδόν όλα τα ζωγραφικά της έργα. Η πρώτη φορά που δέχτηκε να βγει από το σπίτι της ήταν λίγο πριν από τον θάνατό της, όταν η διευθύντρια της Εφημερίδος των Κυριών, Καλλιρρόη Παρρέν, την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα.

1

Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών. Αργότερα, τα οστά της, όπως και εκείνα της Σοφίας και του Ιωάννη, μεταφέρθηκαν από τους απογόνους της στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών, στον κοινό τάφο της οικογενείας Mπούκουρα – Aλταμούρα.

ΕΛΕΝΗ Ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ - πίξελbooks

ΠΗΓΕΣ:

Γαλανάκη Ρέα, “Ελένη, ή ο κανένας”, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1998.

Wikipedia.gr

Cretalive.gr

sansimera.gr

Πηγή