ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η «Πόλη της Πορφύρας»

Δύο επιβλητικοί αρχαίοι ναοί του Απόλλωνα είναι «θαμμένοι» μέσα στη λάσπη, αλλά σε μικρό βάθος.
Εάν κάποιος σας έλεγε ότι υπάρχουν δύο «θαμμένοι ναοί» αφιερωμένοι στον Θεό Απόλλωνα, μέσα στη λάσπη κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να αμφιβάλλατε. Και σίγουρα αυτό που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση είναι η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται, ένα διάσημο μέρος μόλις 2μιση ώρες από την Αθήνα.
Εάν όμως σας μιλούσε για το μέρος που βρίσκεται, θα σαστίζατε με το πόσα δεν γνωρίζετε για έναν τόπο που βρίσκεται τόσο κοντά στην Αθήνα, και σίγουρα πολλοί από εσάς έχετε επισκεφτεί.

Ο λόγος για το κοσμοπολίτικο Πόρτο Χέλι, το οποίο είναι χτισμένο στα ερείπια του αρχαίου οικισμού των Αλιέων, και πήρε το όνομά του από τους παλιούς κάτοικους του τόπου που ήταν αλιείς πορφύρας, καθώς και τεχνίτες στην επεξεργασία της ομώνυμης χρωστικής. Ουσιαστικά πρόκειται για μια σταδιακή γλωσσική παραφθορά του ονόματος, σε Χαλιείς και εν συνεχεία σε Χέλι, ενώ πήρε το προσωνύμιο «Πόρτο», γιατί διέθετε λιμάνι.
Η αρχαία πόλη των Αλιέων, γνωστή και ως «Πόλη της Πορφύρας» ήταν κτισμένη ακριβώς απέναντι από τον σημερινό οικισμό, και η Ακρόπολη της βρισκόταν στην κορυφή του λόφου. Βέβαια, ο κόλπος του Χελιού ήταν τότε διαφορετικός, με τη θάλασσα να φτάνει πολύ πιο μέσα, γι’ αυτό και μέρος της πόλης, ιδιαίτερα οι δύο ναοί του Απόλλωνα, βρίσκονται σήμερα στον βυθό, αλλά σε μικρό και προσιτό βάθος.
Όσο για το σημερινό Πόρτο Χέλι, με την ιδιαίτερα αναπτυγμένη τουριστική του υποδομή, έχει καταφέρει επάξια να κερδίσει τον τίτλο «Ριβιέρα της Πελοποννήσου». Και δεν υπάρχει μονάχα ένας λόγος για αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πρόκειται για ένα φυσικό κλειστό όρμο με πολύ μεγάλη χωρητικότητα, σε απόσταση 85 χλμ από το Ναύπλιο, στα νότια του νομού Αργολίδος, ο οποίος κατακλύζεται καθημερινά από διαφόρων ειδών ιστιοπλοϊκά σκάφη, θαλαμηγούς καθώς και υπερπολυτελή γιοτ. Πλαισιωμένος από πανέμορφες καλόγουστες βίλες και φημισμένα πολυτελή θέρετρα, εναρμονίζεται τέλεια με τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της περιοχής.
Πηγή
ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Το 1824, ήταν μια δύσκολη χρονιά, που η νέα Ελλάς… έβγαζε ταυτότητα…
Εκείνη την χρονιά, δεν υπήρχε «ακριβής και αυστηρά» αστυνομία στο Κρανίδι! Για την ακρίβεια υπήρχε ένας μόνος αστυνόμος για όλη την κώμη!.. Ο οποίος μάλιστα επιτάχθηκε και ανέλαβε και καθήκοντα… λιμενικού…
Αυτό μαρτυράται από έγγραφο του Βουλευτικού Σώματος της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος προς το Εκτελεστικό, που λέει ότι:
«Επειδή λανθάνει – ενταύθα όπου διατρίβει η Διοίκησις – αναγκαιοτάτη μια ακριβής και αυστηρά αστυνομία, ίνα ερευνή τους εισερχομένους και εξερχομένους δια τα τε θαλάσσης και ξηράς προς αποφυγήν ενδεχομένων ατοπημάτων, το Βουλευτικό έκρινε αναγκαίο να υπενθυμίση στο σεβαστό τούτο Σώμα ότι ανάγκη να επιταχθή ο ενταύθα αστυνόμος να προσέχη περί πάντων και αναφέρη προς την Διοίκησιν αμέσως».
Την απόφαση υπογράφουν ο αντιπρόεδρος Βρεσθένης Θεοδώρητος και ο α΄ γραμματεύς Ιω. Σκανδαλίδης και φέρει ημερομηνία «τη 8 Ιανουαρίου 1824 εν Κρανιδίω».
Πηγή: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 6, σελ. 23-24.
Εικόνα: Σπετσιώτικο πολεμικό πλοίο (1822)
Γιώργος Λεκάκης
Συγγραφέας – Λαογράφος
ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Το σπήλαιο Φράγχθι βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, απέναντι από το φημισμένο ψαροχώρι της Κοιλάδας Ερμιονίδας.

Πιθανόν πρωτοκατοικήθηκε από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ, κατά την Μουστιαία περίοδο 40.000 χρόνια π.Χ., αλλά σίγουρα από τον Homo sapiens την περίοδο μετά από το 30.000 π.Χ.
Μέχρι σήμερα έχουν διερευνηθεί μέσω των ανασκαφών 25.000 χρόνια και υπάρχουν ενδείξεις ότι το σπήλαιο κατοικούταν συνεχώς από το 20.000 μέχρι το 3.000 π.Χ. όπου και γκρεμίστηκε.
Την εποχή που οι πρώτοι κυνηγοί βρήκαν καταφύγιο στη σπηλιά το τοπίο ήταν διαφορετικό. Οι θάλασσες είχαν μαζευτεί αφήνοντας χώρο στην ξηρά. Η θάλασσα ήταν 6-8 χιλιόμετρα από τη σημερινή της θέση και μεγάλες πεδιάδες απλώνονταν μπροστά στην είσοδο του σπηλαίου. Σήμερα η είσοδος είναι 12,5 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση 50 μέτρων. Τότε το σπήλαιο δέσποζε σε μια μεγάλη πεδιάδα που έφτανε μέχρι τις Σπέτσες και την Σπετσοπούλα. Κατά την πρώιμη περίοδο κατοίκησης του βρέθηκαν υπολείμματα από ελάφια, βίσονες, αλεπούδες, άγριους γαϊδάρους, λαγούς και εργαλεία από πυριτόλιθο και σχιστόλιθο.
Η λίμνη στο εσωτερικό του Σπηλαίου Φράγχθι
Ενώ το κλίμα βελτιωνόταν και πλούσια δάση γέμιζαν τον τόπο, οι κυνηγοί που το χρησιμοποιούν δεν ήταν περιστασιακοί κάτοικοι της σπηλιάς αλλά όλο και περισσότερο μόνιμοι. Το σπήλαιο φτάνει στην ακμή του στην Μέση Νεολιθική (5.000-4.500 π.Χ.) και την ύστερη νεολιθική που ακολουθεί για τα επόμενα 500 χρόνια. Αυτήν την περίοδο βρέθηκε οψιδιανός, ένα πέτρωμα που υπάρχει μόνο στην Μήλο 140 χμ. (80 μίλια) μακρυά και φέρνει μια αληθινή επανάσταση σχετικά με την αντίληψη για τις θαλάσσιες μεταφορές. Ο οψιδιανός εξορίζει τα προηγούμενα εργαλεία από σχιστόλιθο και δίνει την δυνατότητα να φτιαχτούν πολύ καλύτερα με μεγαλύτερη αντοχή. Μια απόπειρα που έγινε να επιβεβαιωθεί η θαλάσσια επικοινωνία Ερμιονίδας – Μήλου ήταν στις 14/06/87 όταν τετραμελές πλήρωμα πήγε από την Ερμιόνη στην Μήλο με πλοιάριο από πεύκα που είχε κατάρτι και πανί. Πήραν οψιδιανό και γύρισαν στην Ερμιόνη.
Το εσωτερικό του σπηλαίου

Αυτή τη περίοδο στην τροφή προστίθενται γιγάντια ψάρια, φακές που συλλέγονταν με δρεπάνι από πυριτόλιθο, θαλασσινά όστρακα και προς το τέλος της περιόδου διαπιστώθηκε καλλιέργεια της γης και οικόσιτα ζώα. Οι κάτοικοι δεν είναι πια συλλέκτες και κυνηγοί μόνο αλλά και παραγωγοί. Στην ακμή του, το 4.000 π.Χ., το σπήλαιο έφτασε τους 150 κατοίκους και ο οικισμός εξαπλώθηκε και έξω από την είσοδο. Εκεί που με το ανέβασμα της στάθμης είναι σήμερα η θάλασσα, βρέθηκαν κάποια οικήματα, άριστης ποιότητας εργαλεία οψιδιανού αλλά όχι ξύλινα σκεύη λόγω φυσικής φθοράς.
Όλα τα πήλινα θραύσματα που ανήκουν στην Νεολιθική εποχή είναι εσωτερικά μαύρα και εξωτερικά καφέ, δοχεία (κούπες) χωρίς βάσεις και χερούλια η κάποια διακοσμητικά με επίπεδα χείλη. Βρέθηκαν ακόμα γυναικεία ειδώλια (νεώτερης νεολιθικής εποχής) αγαλματίδια, χάντρες, κοσμήματα και κατεργασμένα όστρακα. Όλα τα ευρήματα είναι στο αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου.
Όμως η πιο σημαντική ανακάλυψη θεωρείται ο σκελετός. Πρόκειται για τον αρχαιότερο πλήρη σκελετό στην Ελλάδα 10.000 – 8.000 χρόνια παλιό. Ήταν άντρας 25 χρονών με ύψος 1,56 που δέχτηκε ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι. Πάνω από τον νεκρό είχαν μπει πέτρες αλλά δεν βρέθηκαν κοσμήματα η αφιερώματα. Είχε τα πόδια λυγισμένα και τα χέρια στο στήθος στην στάση του εμβρύου. Ήταν θαμμένος με το κεφάλι νότια και τα πόδια στον βορά. Βρέθηκαν ακόμα σκελετοί δυο παιδιών με αντίστροφο προσανατολισμό.
Οι ανασκαφές έχουν γίνει μόνο στον μπροστινό χώρο του σπηλαίου σε επιφάνεια 700 τ.μ. Το υπόλοιπο είναι καταπλακωμένο από την οροφή και ίσως κρύβει μοναδικές πληροφορίες. Τις ανασκαφές έχουν κάνει τα πανεπιστήμια της Ιντιάνα και της Πενσυλβάνια την περίοδο 1967-1976 με επικεφαλής καθηγητή τον Thomas Jacobsen.

Η είσοδος του σπηλαίου σήμερα
ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Το μικρό καΐκι «Καλλιόπη» είχε πλήρωμα μόλις τρία άτομα μαζί με τον καπετάνιο του Γιάννη Ζαρίφη.

Κέρδιζαν τη ζωή τους εκτελώντας μεταφορές με το ξύλινο ιστιοφόρο για Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Ερμιόνη και Σπέτσες. 
Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης
Το «Καλλιόπη» ξεκίνησε από τον Πειραιά για το Κρανίδι (το επίνειό του Πόρτο Χέλι), δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1932. Το ιστιοφόρο έφερε εκείνη τη μέρα πάνω του δύο ακόμα επιβάτες, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των ανθρώπων που επέβαιναν στους πέντε.
Μεταξύ Ύδρας και Σπετσών καταλαμβάνει το καΐκι τρομερή τρικυμία. Άνεμοι και θάλασσα βάλθηκαν να το καταπιούν. Το σκάφος χάνοντας πυξίδα και πηδάλιο έμεινε ακυβέρνητο. Όμως οι πέντε αυτοί άνθρωποι είχαν τρόφιμα και νερό μοναχά για μια μέρα. Τα ίχνη τους χάθηκαν, οι μέρες περνούσαν η μια πίσω από την άλλη μέχρι που θεωρήθηκαν χαμένοι στα σίγουρα. Οι οικογένειές τους ξεκίνησαν το μοιρολόγι του θανάτου. 
Μέχρι που στις 31 Ιανουαρίου του 1933 η οικογένεια του καπετάν Γιάννη στον Πειραιά, λαμβάνει μια επιστολή από τον μέχρι τότε θεωρούμενο ως «αδικοπνιγμένο» ναυτικό.  Σε αυτήν ο καπετάνιος περιγράψει την πολυήμερη περιπέτεια που είχε αυτός και το πλήρωμά του, περιπέτεια που τους οδήγησε αντί του Κρανιδίου που ήταν ο τελικός του προορισμός, στη Βεγγάζη στην Αφρική!

Η επιστολή του Καπετάν Γιάννη ήταν το μοναδικό σημείο ζωής για τον ίδιο και το πενταμελές πλήρωμα του «Καλλιόπη», αφού για περισσότερο από έναν μήνα ήταν εξαφανισμένοι, καθώς ούτε στο Πόρτο Χέλι έφτασαν ποτέ, ούτε στου Πειραιά το λιμάνι από το οποίο ξεκίνησαν επέστρεψαν! Η οικογένεια του Καπετάν Γιάννη μόλις έλαβε την επιστολή από τη Βεγγάζη έτρεξε να ενημερώσει το λιμεναρχείο Πειραιά το οποίο είχε εκδώσει σήμα εξαφάνισης του «Καλλιόπη», το οποίο είχε αποστείλει προς όλα τα λιμεναρχεία των νησιών με την εντολή να αναζητήσουν ίχνη ναυαγίου του ξύλινου ιστιοφόρου.
Και επειδή καμία απάντηση προς το λιμεναρχείο δεν είχε δοθεί, κανένα ίχνος ναυαγίου δεν είχε βρεθεί, τόσο το κεντρικό λιμεναρχείο Πειραιά όσο και οι οικογένειες του πληρώματος και του καπετάνιου, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση το πλοιάριο αυτό είχε βυθιστεί αύτανδρο στη θάλασσα και οι ναυτικοί του είχαν χαθεί οριστικά. Ωστόσο επρόκειτο για μια καταπληκτική περιπέτεια της θάλασσας, με αίσιο τέλος, από εκείνες τις ναυτικές ιστορίες που συμβαίνουν, με περιπλανήσεις και περιπέτειες στα κύματα, που φτάνουν να θεωρούνται περισσότερο ως παραμύθια παρά ως πραγματικότητα, ακόμα για μια ιστορία που καταγράφηκε στις εφημερίδες για αληθινή πέρα ως πέρα.

Το καΐκι «Καλλιόπη» ήταν ένα σκαρί μόλις πενήντα τόνων, ακατάλληλο για τις ανοιχτές θάλασσες ειδικά όταν ταξίδευε αδειανό. Στο συγκεκριμένο όμως ταξίδι, εκτός από κενό φορτίου, το καΐκι στερείτο και της απαραίτητης σαβούρας που συνήθως τα σκάφη διαθέτουν, για να μην παραδέρνουν στα κύματα. Κάποια επισκευή θα ακολουθούσε σε καρνάγιο του Πορτοχελίου και η σαβούρα είχε αφαιρεθεί. Και το απλό ταξίδι αυτού του καϊκιού κατέληξε σε περιπλάνηση ημερών στη θάλασσα. Η περιπέτεια που απασχόλησε τον Πειραιά εκείνες τις μέρες, δεν είχε να κάνει μόνο με την επιβίωση πέντε ανθρώπων στην άγρια θάλασσα, αλλά και με το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί άντεξαν χωρίς φαγητό και χωρίς νερό, αφού το αρχικό ταξίδι τους, Πειραιάς – Πόρτο Χέλι διαρκούσε λίγες μόνο ώρες. 
Ανάμεσα στους επιβαίνοντες ξεχωρίζει η περίπτωση του ναυπηγοξυλουργού Λειβαδάρα που επιβιβάσθηκε στον Πειραιά για να παρακολουθήσει από κοντά τη συμπεριφορά του ασαβούρωτου καϊκιού στη θάλασσα, καθώς ήταν εκείνος που διατηρούσε το καρνάγιο στο οποίο θα κατέπλεε το «Καλλιόπη» για να υποστεί τις απαραίτητες μετατροπές. Αλλά ακόμα πιο ξεχωριστή ήταν η περίπτωση του ναύτη του Πολεμικού Ναυτικού Μανώλη Κουρελάκη που είχε λάβει οκτώ μέρες άδεια από την υπηρεσία του για να πάει στο πατρικό του σπίτι στο Κρανίδι. Στον Πειραιά κατοικούσε στην οδό Φωτίου Κορυτσάς. Και καθώς δεν είχε χρήματα, επιβιβάσθηκε στο «Καλλιόπη» στο οποίο επρόκειτο να περάσει όχι μόνο και τις οκτώ μέρες αδείας του, αλλά και δύο επιπλέον αυτής, νηστικός και διψασμένος.
Ο ναύτης του “Καλλιόπη” Μανώλης Κουρελάκης
Ο Καπετάν Γιάννης στην επιστολή που απέστειλε προς την οικογένειά του έγραψε τα εξής:
«Αναχωρήσαμε την προπαραμονή των Χριστουγέννων αδειανοί από φορτίο και ασαβούρωτοι για το Κρανίδι. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος το απομεσήμερο εκείνο. Μη προβλέποντας κανένα κακό, δεν είχαμε παρά λίγα τρόφιμα. Μας έφταναν και παραπάνω για την κατοπινή ολάκερη μέρα. Από το λιμάνι του Πειραιώς βγήκαμε μια χαρά, ανοίξαμε τα πανιά και πλέαμε με πρίμο καιρό προς το Κρανίδι. Ο ένας ο μούτσος βρισκόταν στο τιμόνι και ο άλλος κάτω από τα ξάρτια στην πλώρη. Εγώ με τον ναυπηγό τον Κυρ Λειβαδάρα και με τον ναύτη τον Κουρελάκη ήμασταν ξαπλωμένοι στη λιακάδα και απολαμβάναμε τον αίθριο καιρό. Εκεί που συζητούσαμε σε μια στιγμή ο Λειβαδάρας μας είπε. Βρε παιδιά στο μουράγιο την ώρα που έμπαινα στο καΐκι στραμπούλιξα το πόδι μου. Τι να πω; Γελάσαμε και οι τέσσερις όταν ακούσαμε τον αόριστο φόβο του. 
Το καΐκι πλησίαζε την Ύδρα τις πρώτες εσπερινές ώρες, όταν ο καιρός αίφνης μεταβλήθηκε στο χειρότερο. Η ατμόσφαιρα άρχισε να καλύπτεται από μολυβένια σύννεφα και η θάλασσα να αναταράζεται. Μέσα σε μια ώρα εμαίνετο θάλασσα και ουρανός. Όλοι, και οι πέντε, σηκωθήκαμε στο πόδι και ο καθένας μας κατέβαλε και από μια προσπάθεια για να συγκρατηθούμε στα ξάρτια. Η νύχτα που ακολούθησε ήταν τρομερή. Το πλοιάριο σαν καρυδότσουφλο εφέρετο δώθε κείθε από τα μανιασμένα κύματα που άρχισαν να σαρώνουν το κάθε τι πάνω στο κατάστρωμα. Ώρες ολάκερες ξάγρυπνοι και εξαγριωμένοι κρατιόμασταν απεγνωσμένα από τα άλμπουρα, ενώ προσπαθούσαμε συνάμα να συγκρατήσουμε τα πανιά που ξετινάζονταν και στριφογύριζαν. Εκεί κατά την αυγή, μια δίνη θάλασσας και ανέμου, που δημιουργήθηκε ξέσχισε το μπροστινό μας πανί και έσπασε το τσιμπούκι του φλόκου. Το καΐκι γέρνοντας τρομαχτικά προς τα αριστερά, απειλήθηκε με άμεση ανατροπή. 
1926 – Ιστιοφόρα στο λιμάνι του Πειραιά
Διέταξα το ναυπηγό με το ναύτη του πολεμικού ναυτικού –καθώς στην ουσία ήταν επιβάτες- να κατέβουν στο αμπάρι για να χρησιμεύσουν με το βάρος τους ως σαβούρα! Λίγο αργότερα ένα τεράστιο κύμα που έσκασε πάνω στο καΐκι και το κατακάλυψε, έσπασε το τιμόνι και αχρήστευσε την πυξίδα. Από τι στιγμή εκείνη η «Καλλιόπη», άλλαξε πορεία και παραδομένοι όλοι μας στα κύματα και στον άνεμο ακολουθούσαμε τη δική τους ανεξέλεγκτη πορεία. Με το μεσιανό πανί καταξεσχισμένο, τραβούσαμε πάντα προς τα ανοικτά. Απελπισμένος κατέβηκα και εγώ στο αμπάρι, και μόνο οι δύο μούτσοι επέμεναν να στέκουν πάνω στο κατάστρωμα καθώς πίστευαν ότι μπορούσαν να προσανατολισθούν για το πού βρισκόμασταν. Μα του κάκου! Στεριά πουθενά δεν φαινόταν, παρά μόνο η ανταριασμένη θάλασσα και ο ουρανός φορτωμένος από μαύρα σύννεφα. 
Ήρθε και το σκοτάδι της δεύτερης νύχτας. Πουθενά να κολλήσει ύπνος σε κανέναν! Όλοι μας πλέον στο μόνο που προσδοκούσαμε ήταν στην καλυτέρευση του καιρού. Πάει κι αυτή η νύχτα και ήρθε η τρίτη μέρα.  Παρά την αγωνία και το στομάχι που είχαμε όλοι μας κενό, αναζητούσαμε για τροφή και βρήκαμε μόνο μερικά ξεροκόμματα. Νερό όμως δεν υπήρχε, για αυτό κι όσοι δεν άντεχαν ήπιαν στο τέλος θάλασσα. Πέρασαν άλλες τέσσερις ημέρες με ηπιότερο βέβαια κυματισμό, μα με αγωνιώδεις ώρες. Και οι πέντε είχαμε σωριαστεί στο αμπάρι από την κούραση. Το πρωί της έβδομης μέρας αντιληφθήκαμε να παραπλέει ένα ιταλικό φορτηγό. Σερνόμενοι πάνω στο κατάστρωμα κάναμε διάφορα σινιάλα, που τελικά προκάλεσαν την προσοχή του καπετάνιου του καραβιού που έπλευσε πλησίον μας. Κατέβασαν τις βάρκες τους και ανέβηκε στο σκάφος μας ο δεύτερος Ιταλός πλοίαρχος. Η πρώτη κουβέντα που ανταλλάξαμε ήταν το πού βρισκόμασταν. Λάβαμε την απάντηση ότι βρισκόμασταν στο Λιβυκό πέλαγος, 90 μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές της Κρήτης. 
1931 – Ιστιοφόρα στο Πασαλιμάνι με αναρτημένη τη μαύρη σημαία
Μας δόθηκαν αρκετές τροφές και νερό και μας τοποθέτησαν ένα τιμόνι που το είχανε ρεζέρβα. Ύστερα από αυτή τη βοήθεια το ιταλικό σκάφος απομακρύνθηκε και εμείς με την «Καλλιόπη» τράβηξε πορεία για την Κρήτη. Με αναστηλωμένο το ηθικό μας πλέον τραβήξαμε προς το νέο μας προορισμό. Όμως τη νύχτα που ακολούθησε, χωρίς να διαθέτουμε πυξίδα, χάσαμε και πάλι την πορεία μας και μέσα στο σκοτάδι και την κακοκαιρία, λάβαμε αντίθετη κατεύθυνση. Μετά από διήμερο ταξίδι αντικρίσαμε μια ακτή και κατορθώσαμε να την προσεγγίσουμε. Αρχικά νομίζαμε ότι ήταν η Κρήτη. Όταν όμως διακρίναμε να κυκλοφορούν στην ακτή άνθρωποι μαύροι, ξαφνιαστήκαμε, τα χάσαμε. Παρά λίγο να τρελαθούμε! Τρομοκρατημένοι δεν τολμούσαμε να δέσουμε κάβο εκεί. Ανοιχτήκαμε και πάλι στο πέλαγος μέχρι που συναντήσαμε ένα άλλο ιταλικό πλοίο, το «Καγλιάτι» του οποίου ο καπετάνιος, ύστερα από τις πολλές παρακλήσεις μας, δέχθηκε να προσδέσει το σκάφος μας και να μας σύρει έως τη Βεγγάζη. Ο εκεί Έλληνες υποπρόξενος ανέλαβε στη συνέχεια να μας περιθάλψει».
Το «Καλλιόπη» με τη φροντίδα πάντοτε του Έλληνα υποπρόξενου, έχοντας πάνω της τους πέντε χαμένους ναυτικούς, επέστρεψε στην Ελλάδα, όχι μόνο του, αλλά κατόπιν της απαραίτητης ρυμούλκησης, για να είναι όλοι σίγουροι ότι το μικρό καΐκι θα φτάσει με ασφάλεια στον Πειραιά. 
Η περιπέτεια του «Καλλιόπη» στα κύματα είχε κρατήσει δέκα μερόνυχτα. Όμως η αποστολή της επιστολής του καπετάνιου από τη Βεγγάζη μέχρι την άφιξή της στην οικογένειά του στον Πειραιά, είχε προσθέσει κι άλλες μέρες αγωνίας μέχρι που άπαντες είχαν πειστεί για τον ολοκληρωτικό χαμό του σκάφους με τους ανθρώπους που επέβαιναν πάνω του.   

Πηγή   

ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΣΤΑΪΡΑΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Ήταν κάπου στα 1965, που ο Χελιώτης ψαράς Κυριάκος Χαρακόπουλος, γνωστός με το προσωνύμιο «Μαριδάς», αγόρασε ένα τρίκυκλο για να μπορεί να μεταφέρει και να εμπορεύεται τα ψάρια και πέραν του Πορτοχελιού.
Ξεκίνησε λοιπόν τα δρομολόγια Πορτοχέλι – Κρανίδι και η δουλειά πήγαινε καλά. Έτσι κι εκείνη την μοιραία μέρα, αφού φόρτωσε το τρίκυκλο με τις ψαροκασέλες, πήρε δίπλα του για παρέα την κυρά Γιαννούλα, τη γυναίκα του και κίνησαν να πάνε να πουλήσουν το εμπόρευμα στο Κρανίδι.
Είχαν φτάσει στο γεφυράκι του Τσοκανά (εκεί που είναι σήμερα η διασταύρωση για τον «Κρητικό»), όταν ένα Volvo Amazon, που οδηγούσε ο μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών Βασίλης Οικονομίδης, ερχόμενο με μεγάλη ταχύτητα από το Πόρτο Χέλι, από κακό υπολογισμό, έπεσε επάνω τους. Αλλού το τρίκυκλο, αλλού οι επιβάτες, αλλού τα ψάρια!
Διαβάστε ΕΔΩ όλη την ιστορία
ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Η αρχαία πόλη των Αλιέων, γνωστή και ως «Πόλη της Πορφύρας»

Εάν κάποιος σας έλεγε ότι υπάρχουν δύο «θαμμένοι ναοί» αφιερωμένοι στον Θεό Απόλλωνα, μέσα στη λάσπη κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να αμφιβάλλατε. Και σίγουρα αυτό που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση είναι η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται, ένα διάσημο μέρος μόλις 2μιση ώρες από την Αθήνα.
Εάν όμως σας μιλούσε για το μέρος που βρίσκεται, θα σαστίζατε με το πόσα δεν γνωρίζετε για έναν τόπο που βρίσκεται τόσο κοντά στην Αθήνα, και σίγουρα πολλοί από εσάς έχετε επισκεφτεί.

Ο λόγος για το κοσμοπολίτικο Πόρτο Χέλι, το οποίο είναι χτισμένο στα ερείπια του αρχαίου οικισμού των Αλιέων, και πήρε το όνομά του από τους παλιούς κάτοικους του τόπου που ήταν αλιείς πορφύρας, καθώς και τεχνίτες στην επεξεργασία της ομώνυμης χρωστικής. Ουσιαστικά πρόκειται για μια σταδιακή γλωσσική παραφθορά του ονόματος, σε Χαλιείς και εν συνεχεία σε Χέλι, ενώ πήρε το προσωνύμιο «Πόρτο», γιατί διέθετε λιμάνι.
Η αρχαία πόλη των Αλιέων, γνωστή και ως «Πόλη της Πορφύρας» ήταν κτισμένη ακριβώς απέναντι από τον σημερινό οικισμό, και η Ακρόπολη της βρισκόταν στην κορυφή του λόφου. Βέβαια, ο κόλπος του Χελιού ήταν τότε διαφορετικός, με τη θάλασσα να φτάνει πολύ πιο μέσα, γι’ αυτό και μέρος της πόλης, ιδιαίτερα οι δύο ναοί του Απόλλωνα, βρίσκονται σήμερα στον βυθό, αλλά σε μικρό και προσιτό βάθος.
Όσο για το σημερινό Πόρτο Χέλι, με την ιδιαίτερα αναπτυγμένη τουριστική του υποδομή, έχει καταφέρει επάξια να κερδίσει τον τίτλο «Ριβιέρα της Πελοποννήσου». Και δεν υπάρχει μονάχα ένας λόγος για αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πρόκειται για ένα φυσικό κλειστό όρμο με πολύ μεγάλη χωρητικότητα, σε απόσταση 85 χλμ από το Ναύπλιο, στα νότια του νομού Αργολίδος, ο οποίος κατακλύζεται καθημερινά από διαφόρων ειδών ιστιοπλοϊκά σκάφη, θαλαμηγούς καθώς και υπερπολυτελή γιοτ. Πλαισιωμένος από πανέμορφες καλόγουστες βίλες και φημισμένα πολυτελή θέρετρα, εναρμονίζεται τέλεια με τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της περιοχής.

Πηγή

ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Ταξιδεύοντας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, πάντα θα συναντήσεις εκκλησάκια και μονές που σίγουρα θα σου τραβήξουν το ενδιαφέρον.

Το καθένα με τη δική του ιστορία ή χτισμένο σε μια ιδιαίτερη τοποθεσία. Αυτό συμβαίνει και με ένα εκκλησάκι που βρίσκεται στη μικρή σπηλιά Διδύμων στην Αργολίδα. Αν το επισκεφθείς ή ακόμη κι αν δεις φωτογραφίες το σίγουρο είναι ότι το συναίσθημα που θα σου προκληθεί είναι δέος. Και θα υποσχεθείς στον εαυτό σου ότι δεν αρκεί επίσκεψη μόνο μια φορά. Το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην μικρή σπηλιά Διδύμων είναι μόνο η αφορμή για να επισκεφθείς την Αργολίδα και να γνωρίσεις τις ομορφιές της.
 
Η μικρή σπηλιά των Διδύμων βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό της Αργολίδας. Πρόκειται για ένα όμορφο και ήσυχο χωριό το οποίο απλώνεται στο κέντρο μιας μικρής πεδιάδας με από ψηλά βουνά από τη μια πλευρά και πιο χαμηλά από την άλλη. Και φυσικά το διάσημο αξιοθέατο είναι οι σπηλιές και όχι άδικα. Το ένα τεράστιο κοίλωμα βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού βορειοδυτικά του χωριού και οι ντόπιοι το αποκαλούν Μεγάλη Σπηλιά.
Αυτό το κοίλωμα, όπως επίσης και το δεύτερο που είναι το μικρότερο μικρότερο, η Μικρή Σπηλιά, ανοίγεται στην επιφάνεια του εδάφους με αποτέλεσμα να μη γίνεται ορατό αμέσως. Και τα δύο κοιλώματα έχουν προέλθει από την καθίζηση του εδάφους. Οι ερευνητές και οι αρχαιολόγοι αναφέρουν ότι εξετάζοντας την περιοχή, διαπίστωσαν ότι σε αυτό τον τόπο τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης ζωής παρουσίας χρονολογούνται από την Ύστερη Νεολιθική Εποχή. Μιλάμε δηλαδή για την περίοδο 4.000-2.800 π.Χ.
Ο γνωστός περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας έγραψε κατά τη διάρκεια του 2ου αι. π.Χ. έγραψε για τα Δίδυμα: …χωρίον δε έτερον, ο Διδύμους ονομάζουσι,…ένταύθα εστί μέν ιερόν Απόλλωνος , έστί δε Ποσειδώνος επί δε αυτοίς Δήμητρος. Αγάλματα δε ορθά λίθου λευκού. Δηλαδή άλλο χωριό που το ονομάζουν Δίδυμους,… εδώ υπάρχει ιερό του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα και πίσω από αυτά της Δήμητρας. (υπάρχουν) και αγάλματα όρθια από λευκή πέτρα.
Το εντυπωσιακό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου
Εκεί, λοιπόν, σε αυτή τη σπηλιά βρίσκεται και ένα εκκλησάκι που δεν γίνεται να μην το θαυμάσεις. Ο λόγος για το εντυπωσιακό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Ένα εκκλησάκι κυριολεκτικά χτισμένο μέσα στα βράχια. Λαξευμένο με μεγάλη προσοχή δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου υπάρχουν επιγραφές με Λατινικούς χαρακτήρες, μία ιστορική επιγραφή που σημειώνει το πέρασμα του Θωμά του Παλαιολόγου, Ηγεμόνα της Πελοποννήσου καθώς επίσης και μία παλιά πέτρινη κολυμβήθρα.

Πηγή

ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Ο παππούς μου, ο καπετάν Γιάννης ο Πίλουρης από το Χέλι είχε το παρατσούκλι Σιν Πίλουρης (που σημαίνει στα αρβανίτικα Άγιος Πίλουρης )
Τώρα, να δούμε πώς απόκτησε το παρατσούκλι του Αγίου. Ταξίδευαν από τη Μασσαλία για τις Σπέτσες – πάντα με πανιά – μεγάλο ταξίδι, λογγάδο (μακρινό).
Ο παππούς ήταν μεγάλος καλαμπουρτζής. Το καλαμπούρι ήταν μέσα στη ζωή του. Καθώς περνούσαν τον φοβερό Κάβο Μαλιά* είχε πια νυχτώσει.
Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, πήρε μία μπαρούμα**, την έδεσε από την πλώρη και την τράβηξε από το πλάι του σκάφους.
Γύρισε, τότε, και είπε στο πλήρωμα:
«Παιδιά, το πλοίο πηγαίνει πολύ αργά. Θα πέσω να πάω κολυμπώντας!»
 Βράδυ χωρίς φεγγάρι, όπως ήταν, δίνει μία και πηδάει στη θάλασσα, τραβώντας το σχοινί.
Ενώ οι άλλοι έτρεχαν προς την πρύμη, ο παππούς πήγε και ανέβηκε στο δίχτυ στο τσιμπούκι της πλώρης
Καλοκαίρι ήταν, στέγνωσαν τα βρεγμένα ρούχα και άραξε εκεί. Οι άλλοι νόμισαν ότι ο παππούς αυτοκτόνησε.
Περνώντας πριν το φανάρι των Σπετσών την άλλη μέρα, το βράδυ, έριξε πάλι βουτιά και κολυμπώντας βγήκε έξω. Πήγε στο σπίτι του, φόρεσε καθαρά ρούχα και περίμενε να πλατιγάρει*** τό πλοίο. Βγαίνοντας έξω οι ναυτικοί δήλωσαν στον τότε Λιμενάρχη ότι, δυστυχώς, ο Πίλουρης αυτοκτόνησε.
Τότε παρουσιάστηκε ο παππούς φωνάζοντάς τους:
«Άντε ρε παιδιά, σας περιμένω από χθες! Τι γίνατε;»
 Όλοι έκαναν το σταυρό τους και από τότε, όταν αναφέρονταν σ’ αυτόν, χρησιμοποιούσαν τη φράση… Άγιε Πίλουρη!
Βαγγέλης Πίλουρης
* «Μαλέαν δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε» (Σαν αποφασίσεις να περάσεις τον Μαλέα ξέχασε πως έχεις οικογένεια)… Στράβων
«Τις φουρτούνες του Κάβο Μαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι… Τις κάνουν τα στοιχειά.» Ανδρέας Καρκαβίτσας στα «Λόγια της πλώρης»
**Μπαρούμα: Παλαμάρι που χρησιμοποιείται για δέσιμο ή ρυμούλκηση πλοίων
*** Πλατιγάρει το πλοίο: Περνάει από έλεγχο των Αρχών.
ΑΡΓΟΛΙΔΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Σε δύο βράχους ύψους 230 μέτρων είναι χτισμένο το άγνωστο στους πολλούς, Κάστρο της Ωριάς στην περιοχή της Ερμιονίδας, το οποίο πήρε το όνομα του από την όμορφη πριγκίπισσα που έβαλε τέλος στη ζωή της, πέφτοντας από τα τείχη του οχυρού.
Ο θρύλος του 16ου αιώνα έμεινε «ζωντανός» στο πέρασμα του χρόνου και ακόμα συγκινεί όσους τον μαθαίνουν. Το κάστρο, που ονομάζεται και κάστρο Θερμησίας, δεσπόζει στα απόκρημνα βράχια της Αργολίδας που μορφολογικά μοιάζουν με εκείνα των Μετεώρων. Όπως τα περισσότερα κάστρα της εποχής, βρίσκεται σε στρατηγική θέση και έχει θέα στη θάλασσα. Τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε κινούμενη γέφυρα που συνέδεε τους δύο βράχους καθώς ανάμεσα τους υπήρχε ένα βαθύ ρήγμα. Πιθανόν κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα από τον Θεόδωρο Σγουρό, πατέρα του βυζαντινού άρχοντα, Λέοντα Σγουρού που αυτοκτόνησε από τον Ακροκόρινθο….

Η ανατολική κορυφή του κάστρου είναι πιο απομονωμένη και η δυτική πλευρά καταλήγει σε απότομα βράχια. Η πλαγιά μεταξύ των βράχων ήταν η κατοικήσιμη πλευρά του κάστρου. Φωτογραφία: Ιστορική Ερμιονίδα

Ονομάστηκε και κάστρο Θερμησίας από τον αρχαίο ναό της Δήμητρας Θερμασίας που σύμφωνα με τον Παυσανία βρισκόταν κοντά στη θάλασσα. Όπως τα περισσότερα φρούρια της Ελλάδας κυριεύτηκε από πολλούς κατακτητές.
Μετά τον Σγουρό το κάστρο παραχωρήθηκε στον Όθωνα Ντε Λα Ρος και μερικά χρόνια αργότερα το κάστρο όπως και η υπόλοιπη Αργολίδα άνηκε στην δούκισσα Μαρία ντ’Ένγκιέν, κληρονόμο του οίκου Ντε Λα Ρος. Το 1388 η Δούκισσα πούλησε το κάστρο και την Αργολίδα στους Ενετούς έναντι 500 χρυσών δουκάτων τον χρόνο. Οι Ενετοί κατάφεραν να εγκατασταθούν στην περιοχή έπειτα από 6 χρόνια, γιατί στο ενδιάμεσο υπήρξε κυριαρχία των Βυζαντινών του Θεόδωρου Παλαιολόγου….

Στο εσωτερικό υπήρχε δεξαμενή, μια βυζαντινή εκκλησία και ένας πύργος. Σύμφωνα με έκθεση του καπιτάνου Νικόλαου Τζουστιάνη το 1525 κάστρο ήταν τόσο ασφαλές που για τη φρούρησή του χρειάζονταν μόνο δύο άνθρωποι. Φωτογραφία: Ιστορική Ερμιονίδα

Το 1394, όταν οι Ενετοί ήταν πλέον οι κυρίαρχοι της περιοχής, όρισαν ως διοικητικό τους κέντρο το παραλιακό χωριό, Θερμήσι. Την περίοδο εκείνη το κάστρο αναβαθμίστηκε με σπουδαία οχυρωματικά έργα που σε συνδυασμό με την απόκρημνη τοποθεσία έκαναν το κάστρο απόρθητο στους εχθρούς και ασφαλές οχυρό για τους κατακτητές του.
Τον 16ο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία των Τούρκων
Σύμφωνα με τον Θρύλο της Ωριάς, εκείνη την περίοδο μια όμορφη αρχόντισσα ζούσε στο κάστρο. Ένας Τούρκος Βεζίρης προσπαθούσε για χρόνια να καταλάβει το δυσπρόσιτο κάστρο, αλλά τα απότομα βράχια τον δυσκόλευαν. Αφού κατέλαβε τον λόφο απέναντι από το κάστρο ξεκίνησε την πολιορκία. Για να καταφέρει να το καταλάβει διέταξε έναν Δερβίση να ντυθεί μοναχός και να μπει στο κάστρο για να ανοίξει την πόρτα στους Τούρκους. Η όμορφη πριγκίπισσα όταν είδε τους Τούρκους να πλησιάζουν, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια του Βεζίρη, έπεσε από τα βράχια και σκοτώθηκε….

Πολλά ελληνικά φρούρια συνδέονται με τον θρύλο της Ωριάς, δηλαδή της ωραίας γυναίκας που είχε τραγική κατάληξη

Από τότε το κάστρο ονομάστηκε κάστρο της Ωριάς και ο λόφος που είχε καταλάβει ο Βεζίρης, ράχη του Βεζίρη. Οι Ενετοί κατάφεραν να κυριεύσουν ξανά ολόκληρη την Πελοπόννησο και το κάστρο Θερμησίας μέχρι τον 18ο αιώνα. Όταν ηττήθηκαν το 1715 από τους Τούρκους ανατίναξαν το κάστρο λίγο πριν εγκαταλείψουν οριστικά την περιοχή. Από τότε εγκαταλείφθηκε και δεν κατοικήθηκε ξανά.
Σήμερα μόνο μερικά τμήματα του κάστρου παραμένουν σε καλή κατάσταση καθώς έχει υποστεί φθορές από το πέρασμα του χρόνου και την ανατίναξη των Ενετών….

Πηγή

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΡΜΙΟΝΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Ίσως το πιο ρομαντικό εκκλησάκι, ή, μάλ­λον, παρεκκλήσι, που γνώρισε η Αθήνα να ήταν αυτό που βρισκόταν στην ταρά­τσα μιας πολυκατοικίας επί της οδού Βα­σιλείου Βουλγαροκτόνου 30!
Πέντε επί τρία μέτρα ήταν όλη κι όλη η επιφάνειά του, αλλά είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός μεγαλοπρεπούς ναού σε μικρογρα­φία. Ωστόσο, όποιος έφτανε μέχρι εκεί για να εκκλησιαστεί και να παρακολου­θήσει την ιερουργία είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν πιο κοντά στον Θεάνθρω­πο. Ανεβασμένο εκεί ψηλά, στη σκιά του Λυκαβηττού, αποτελούσε τον χώρο πα­ρηγοριάς και λατρείας για δεκάδες νέ­ους, και όχι μόνον, οι οποίοι παρακολου­θούσαν συχνά τη λειτουργία. Αλλά πώς βρέθηκε στην ταράτσα της πολυκατοι­κίας και τι ήταν ο ναΐσκος αυτός του Αγί­ου Παντελεήμονος;
Επρόκειτο για μία από τις επιλογές του σπουδαίου, φωτισμένου και μαχητι­κού μητροπολίτη Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη (1888-1962), ιδρυτού του Τάγ­ματος του Αγίου Παντελεήμονος. Είχε φροντίσει να ανεγείρει την πολυκατοικία στην περιοχή αυτή, με χρήματα του ευ­εργέτη Ιωάννη Μυλωνόπουλου και σκο­πό τη στέγαση των άπορων φοιτητών που επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν θεολογικές επιστήμες και να χειροτονη­θούν κληρικοί. Ο σκοπός εκπληρωνόταν και το Δεσποτικό, το οποίο χρησίμευε και ως κατοικία του μητροπολίτου όταν βρισκόταν στην Αθήνα, ήταν γεμάτο από φοιτητές της θεολογίας και κληρικούς που συμπλήρωναν τις σπουδές τους. Το παρεκκλήσι κρίθηκε απαραίτητο και ήταν έντονος ο προβληματισμός του ιε­ράρχη. Πώς θα μπορούσε να χτίσει ένα εκ­κλησάκι στον στενό χώρο της πολυκα­τοικίας;
Εν τέλει βρέθηκε η λύση της τα­ράτσας και ανοικοδομήθηκε με ιδιαίτε­ρη φροντίδα. Όσοι το επισκέπτονταν εντυπωσιάζονταν από την ολοκληρω­μένη και επιβλητική εμφάνισή του. Αρι­στερά των εισερχομένων υπήρχε το μι­κρό παγκάρι, ένα επίσης μικρό μανουά­λι για τα κεριά των πιστών, δύο τρία στα­σίδια, ένα περίτεχνο τέμπλο ανάλογου μεγέθους, σεπτές εικόνες και ύστερα το Ιερό με την Αγία Τράπεζα και τον Εσταυρωμένο. Ήταν μία βασιλική, με τα παράθυρά της προς την οδό Ιπποκράτους και την είσοδό της επί της ταρά­τσας της πολυκατοικίας προς την οδό Βουλγαροκτόνου.
Το εκκλησάκι, πεντα­κάθαρο και περιποιημένο, μακριά από τον θόρυβο, περίμενε τους πιστούς να το επισκεφτούν. Ιδιαίτερη φροντίδα επιφύλασσαν στο εκκλησάκι ο θυρωρός, ο κυρ Σωτή­ρης Μακρής, και η σύζυγός του Σοφία. Λειτουργούσαν σαν τους παλαιούς εκκλησάρηδες, εκτελώντας χρέη νεωκόρων. Φρόντιζαν για την καλή συντήρη­ση του μικρού ναού, άναβαν καθημερι­νά τα καντήλια και εκτελούσαν χρέη κωδωνοκρούστη! Οπως ήταν φυσικό, δεν υπήρχε καμπάνα ή σήμαντρο. Οπότε, ειδοποιούνταν από το Δεσποτικό ότι επρόκειτο να γίνει λειτουργία και έσπευ­δαν να χτυπήσουν τα κουδούνια των δι­αμερισμάτων της πολυκατοικίας και των γειτονικών σπιτιών, ενημερώνοντας και τους γείτονες για το γεγονός. Και ήταν πράγματι γεγονός για τη γειτονιά ότι μπορούσαν οι κάτοικοι της Νεάπολης να παρακολουθήσουν την ιερουργία στον μικρό Άγιο Παντελεήμονα.
Γνώρισε και δόξες όμως το εκκλη­σάκι, στο οποίο λειτουργούσαν συνή­θως αρχιμανδρίτες του τάγματος και σε αρκετές περιπτώσεις μητροπολίτες. Ως ψάλτες χρησίμευαν οι καλλίφωνοι μα­θητές του Οικοτροφείου του Δεσποτικού. Εξάλλου, εκεί χειροτονούνταν διά­κονοι, ιερείς και αρχιμανδρίτες, ενώ συ­χνά τελούνταν και γάμοι! Ανήμερα του αγίου Παντελεήμονος γιόρταζε πανη­γυρικά. Πλήθη κόσμου, νέοι, γέροι, γυ­ναίκες, άνδρες και παιδιά, ανεβοκατέ­βαζαν στην ταράτσα της πολυκατοικί­ας για να ανάψουν το κεράκι τους στην εικόνα του αγίου, με την κυρα-Σοφία να σπεύδει σβήνοντας τα κεριά από τον φόβο πυρκαγιάς λόγω του μεγάλου συνωστισμού.
Τις πληροφορίες αυτές διέ­σωσε και μας παρέδωσε το 1956 ο Χρήστος Χασάπης.
Δυστυχώς ο μι­κρός Άγιος Παντελεήμων της οδού Βουλγαροκτόνου 30 δεν διασώθηκε.
Στο κτίριο στεγάζεται σήμερα το Πανε­πιστήμιο Αιγαίου.
Ελευθέριος Σκιαδάς
Εφημερίδα Κυριακάτικη Δημοκρατία

Ο Παντελεήμων Φωστίνης

Καταγόταν από το Κρανίδι της Ερμιονίδας.
Το 1922 εκλέχθηκε Μητροπολίτης Καρυστίας και Σκύρου.
Το 1927 ίδρυσε στην Κύμη Ευβοίας ανεπίσημα το Ιερό Τάγμα Αγίου Παντελεήμονος.
Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (ο νεαρός Παντελεήμων, ήδη Διάκονος, κατατάσσεται εθελοντικά ως ιεροκήρυκας του 8ου Συντάγματος Ναυπλίου), στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, συμμετείχε στην Εθνική αντίσταση και πολέμησε στη Μέση Ανατολή.
Ιερέας με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού | tovima.gr

Ο Μητροπολίτης Παντελεήμων Φωστίνης σε μια από τις πορείες του στο Βορειοηπειρωτικό Μέτωπο

Το Νοέμβριο του 1944 επέστρεψε στην Ελλάδα και τοποθετήθηκε στη θέση του Μητροπολίτη των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1946 εκλέχθηκε Μητροπολίτης Χίου, την οποία διακόνησε μέχρι και το θάνατό του, το 1962.