Η ιστορία της σχέσης εξουσίας και εξουσιαζομένων διαμορφώνεται και μετασχηματίζεται ανάλογα με την αντίστοιχη εξέλιξη των πολιτευμάτων. Από το θεσμό της δουλείας στην αρχαιότητα ως τις σύγχρονες μορφές της πολυκομματικής ή και συμμετοχικής μορφής δημοκρατίας, η νομική θέση του μέλους της κοινωνίας έναντι της κρατικής εξουσίας έχει μεταβληθεί ριζικά. Η ιστορική αυτή διαδικασία συνεχίζεται και δεν ολοκληρώνεται ποτέ, γιατί παρακολουθεί την αέναη εξέλιξη της σχέσης κράτους και κοινωνίας.
Μέσα στην αέναη αυτή εξέλιξη της σχέσης εξουσίας και εξουσιαζομένων προβάλλει η αξίωση του ανθρώπου, του πολίτη ή των κοινωνικών ομάδων για σεβασμό της ανθρώπινης υπόστασής τους, της ελευθερίας τους, της συμμετοχής τους στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και της ίσης μεταχείρισής τους. Το περιεχόμενο αυτών των αξιώσεων και η έκταση της αναγνώρισής τους ανανεώνεται μέσα στην ιστορική εξέλιξη των πολιτειών και της διεθνούς έννομης τάξης. Την εξέλιξη αυτή, καθρέπτισμα του ιστορικά μεταβαλλόμενου συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων, παρακολουθεί αλλά και τροφοδοτεί μια αντίστοιχη φιλοσοφική και ιδεολογική αντιπαράθεση για την έννοια και το περιεχόμενο της ανθρώπινης ελευθερίας.
Από τότε που στην ηπειρωτική Ευρώπη η λειτουργία της πολιτείας υπάγεται σε συνταγματικούς κανόνες και κατά κύριο λόγο μετά τη γαλλική επανάσταση του 1789, η κατοχύρωση του ανθρώπου, του πολίτη, και αργότερα των κοινωνικών ομάδων γίνεται σταθερό στοιχείο των ευρωπαϊκών Συνταγμάτων.
Η εξέλιξη της έννοιας των θεμελιωδών δικαιωμάτων πέρασε πάντως και μέσα από την αντίληψη ότι αποτελούν όχι πραγματικούς κανόνες δικαίου, αλλά κατευθυντήριες και προγραμματικές διατάξεις. Αυτό συνέβη κυρίως με ορισμένες ευρύτατου κοινωνικού περιεχομένου διατάξεις του γερμανικού Συντάγματος του 1919. Αντίθετα σήμερα τα θεμελιώδη δικαιώματα θεωρούνται, κανόνες δικαίου που περιέχουν δεσμευτική επιταγή προς τον κοινό νομοθέτη.

Ακολουθήστε το