Χριστούγεννα στο πέλαγος (του Τάσου Στάικου)

Απ’ το πρόσφατο μετεωρολογικό δελτίο τα μαντάτα δεν ήταν ευχάριστα. Ο καπετάν Μιχάλης από την Κάσο, ένας γεροντάκος κοντακιανός είχε δώσει εντολή να μποτσαριστούν (δεθούν ασφαλώς) τα πάντα: Σωσίβιες λέμβοι, γερανάκια, βαρέλια, μαδέρια κι ό,τι δεν άνηκε στο κυρίως σκάφος, ό,τι ήταν εκτεθειμένο στον άνεμο ή στους τόνους θάλασσας που μπαίνουν με ορμή μέσα στο βαπόρι και δεν αφήνουν τίποτα στη θέση του.
Ανήμερα Χριστούγεννα στον Ωκεανό είχαμε φύγει από το Ρότερνταμ (Ολλανδία), ταξίδι – φυσιολογικά – γύρω στις δέκα πέντε ημέρες ως τη νεώτερη ήπειρο, την Αμερική, αλλά ο Ατλαντικός ωκεανός όταν έχει τις μαύρες του αλλά κελεύει. Ο καπετάν Μιχάλης μαζί με τον υποπλοίαρχο τον καπετάν Θανάση από τη Σπάρτη κατέβηκαν για επιθεώρηση, πλώρα – πρύμα, έδωσαν τις τελευταίες οδηγίες ασφάλειας• έμπειροι και οι δύο, ένοιωθες τη σιγουριά μαζί τους. Η σοβαρότητα που απεικονιζόταν στα πρόσωπά τους έδειχνε το μέγεθος της αντάρας που ερχόταν: Προβληματιστήκαμε όλοι, μερικοί φοβήθηκαν πολύ κι άρχισαν να συγχωράει ο ένας τον άλλο: «Φίλε, νερό κι αλάτι ό,τι έχουμε ειπεί. Ναι φίλε, σχώρα με, νερό κι αλάτι, μήπως πήρε το μάτι σου τον Μαρκόνι (τον ασυρματιστή) από το πρωί;» «Όχι, δεν είναι εύκολο κάτι τέτοιο μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο, έχει καταντήσει τυπογραφείο ο ασύρματος, συνέχεια πηγαίνει μετεωρολογικά δελτία στο CHARTE ROOM (ειδικός χώρος στη γέφυρα του πλοίου όπου απλώνονται οι χάρτες και χαράσσονται οι πορείες του πλοίου), όλο συσκέπτονται με τον καπετάνιο και τον υποπλοίαρχο. Τι να μας περιμένει άραγε;»
«Τι να ξέρω κι εγώ; Ίσως μάθουμε κάτι αν καταφέρουμε να απομονώσουμε τον Μαρκόνι, αυτός θα μας κατατοπίσει.»
«Μπααα, μην περιμένεις πολλά πράγματα απ’ αυτόν, θυμάσαι την άλλη φορά που δεν έφτανε που κινδυνεύαμε από κυκλώνα – δέκα μποφόρ και βάλε – είχε σπάσει το τιμόνι, βουλιάζαμε και αυτός μας καθησύχαζε, αυτός μόνο για διπλωμάτης ήταν γεννημένος κι όχι για ναυτικός.»
Ο λοστρόμος – ο οπλονόμος του πλοίου – ο Νικόλας από τις Σπέτσες, ένας μεσήλικας που φορούσε πάντα ένα μαύρο κασκέτο, για να δείχνει την ναυτικοσύνη του και να κρύβει την γλομπάτη φαλάκρα του, “αλώνιζε” την κουβέρτα (κατάστρωμα), ασταμάτητα πέρα – δώθε, εξετάζοντας και δένοντας ό,τι έβρισκε λάσκο. Ο αέρας άρχισε να σφυρίζει δαιμονισμένα, τ’ άρμενα ούρλιαζαν κι αυτά, ο ουρανός μαύρισε από παντού απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα, σκοτείνιασε η φύση σαν σε νύκτα, παρά το πρωινό, οργίστηκε ο Ποσειδώνας και έριχνε τα τελώνια (φανταστικά δαιμονικά πλάσματα, αερικά) να μας κατασπαράξουν, μια σπηλιάδα (ξαφνική και δυνατή πνοή ανέμου) πήρε το κασκέτο του Νικόλα του λοστρόμου κι έμεινε η φαλάκρα μόνη κι ορφανή, γυμνή και ασύμφορη – τρομάρα του (παραφωνία;) στη χάση κόσμου που σ’ άλλες ώρες, γαλήνης, θα ‘ταν πηγή γέλιου, σχολιασμού και δημιουργίας πλάκας.
Δέκα το πρωί Coffee Τime (ώρα καφέ), μαζεμένοι αμίλητοι σχεδόν, καπνίζαμε, ντουμάνι ο καπνός. Λίγες οι κουβέντες και μετρημένες. Μεγάλο μπόντζι (πλάγιο κούνημα πλοίου δεξιά – αριστερά) κουπαστή με κουπαστή, τόνοι νερού σκέπαζαν τα πάντα, απειλούσαν της ύπαρξή μας!
«Βάλε το χέρι σου Παναγιά που σήμερα γεννάς το Σωτήρα του κόσμου, βάλε ομπρέλα το χέρι Σου το Χρυσό και σώσε το πλοίο μας και έγνοια σου, θα Σ’ ευχαριστήσουμε όπως εμείς ξέρουμε, στο πρώτο λιμάνι ξυπόλυτοι θα μπούμε σε όποια εκκλησία κι αν θα βρεθούμε και σ’ όποια θρησκεία κι αν ανήκει αυτή θα ξομολογηθούμε!!!»
Έτσι σκέπτονται οι ναυτικοί σε τέτοιες καταστάσεις, έτσι σκεπτόμαστε κι εμείς και τα συγγενικά μας πρόσωπα περνούν σαν σε κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μας: Τι να γίνονται οι αγαπημένοι μας εκεί μακριά στην Πατρίδα, στο νησί, στο χωριό μας;
Ξάφνου μας κόπηκε η ανάσα, πήρε τον κατήφορο η πλώρη του βαποριού, δεκάδες τόνοι νερού γονάτισαν το ΜΑΡΙΑΝΝΑ (το όνομα του πλοίου μας), προσκύνησε στο υδάτινο τέρας, τώρα δεν ακούγονται τα σφυρίγματα τ’ ανέμου στ’ άλμπουρα και στα ξάρτια, τώρα μεσ’ στη σιωπή της βουτιάς στ’ αγριεμένα κύματα, ανήμπορη κι αδύναμη ν’ αντιδράσει δέχεται τις ευχές μας: Όλα Μαριάννα μου, κεφάλωσε γοργόνα μου, πάρε τ’ απάνω σου, ζει – σε βεβαιώνω – ο βασιλιάς Αλέξανδρος, έχεις αποστολή, έχουμε μέλλον, πάρε ανάκαρα καλή μου, θα τα καταφέρεις θα ξαναμπείς στους προλιμένες σφυρίζοντας από χαρά, καμαρωτή και νικηφόρα και περήφανη• οι κοπελιές σε περιμένουν, ξέρουν πότε φτάνεις, είναι όλες εκεί στο μουράγιο λαχταριστές πεντάμορφες ξανθές υπάρξεις με ευχές και δώρα προσμένουν τα θαλασσοδαρμένα παλικάρια, τα ελληνόπουλα πού ‘χεις μαζί σου, τα νιάτα που φιλοξενείς και μεταφέρεις στην πέρατα του κόσμου!”
«Ετούτο είναι STORM (καταιγίδα, μετά είναι ο κυκλώνας)» μας τάραξε τις λογής – λογής σκέψεις ο γλόμπος (παράνομα του λοστρόμου) «πάνω από δέκα μποφόρια, μα μη φοβάστε, η Μαριάννα είναι καρφωτό σκαρί – συνένωση των λαμαρινών. με καρφιά κι όχι με οξυγονοκόλληση), από πλατιά γερή λαμαρίνα; θα το ξεπεράσει!» Το μεσημέρι ήρθε, κανείς δεν είχε κέφι για φαγητό, έλα όμως που τέτοιες χρονιάρες μέρες πρέπει να ακολουθήσουμε τις παραδόσεις• μαζευτήκαμε στις τραπεζαρίες και λίγο πάρα πάνω να πιούμε για την ημέρα πρέπει.
«Χρόνια πολλά παιδιά. Χρόνια πολλά και του χρόνου στα σπίτια μας, υγεία και πάντα καλοτάξιδοι. Χρόνη, στην επιστροφή, από Ευρώπη ξεμπαρκάρεις για γάμο θαρρώ, με το καλό, καλά στέφανα και καλούς απογόνους.»
«Ευχαριστώ καπετάν Μιχάλη, αρχικαπετάνιος σου εύχομαι να γίνεις, τ’ αξίζεις.»
Τριάντα έξη όλοι κι όλοι νοιώθαμε μόνοι, απροστάτευτοι στον απέραντο ωκεανό, σκαφίδι φάνταζε η Μαριάννα στη μανία της θάλασσας, με δυσκολία τιμονευόταν, λίγο ακόμα και θα μέναμε ακυβέρνητοι• όλες οι ελπίδες για σωτηρία στο Θεό. Με πλησίασε ο καπετάν Μιχάλης, κάτι μου ψιθύρισε στ’ αυτί• έφυγα διακριτικά. Με δυσκολία ομολογώ, έφτασα στο άλλο ακομοντέισον (υπερκαταοκεύασμα που στεγάζει την γέφυρα διακυβέρνησης του πλοίου, υπνοδωμάτια αξιωματικών καταστρώματος και τον ασύρματο) όπου συνάντησα στο γραφείο του τον υποπλοίαρχο τον καπετάν Θανάση από την Σπάρτη – ήταν στον καναπέ καθισμένος με τις παλάμες στο πρόσωπό του.
«Τι συμβαίνει Θανάση;»
«Σαν τι να συμβαίνει φίλε Μαρκόνη, γιατί ρισκάρισες; Σ’ έχουμε μόνον στο πλοίο, αν σε πάρει κανά γαϊδουρόκυμα ήμαστε όλοι χαμένοι, τι διάολο, μυαλό δεν έχεις ντίπ; Αν χρειαστεί, ο μη γένοιτο, ποιός θα εκπέμψει το SOS;»
Ο καπετάν Θανάσης ήταν σκληρός άνθρωπος, αμείλικτος στα λάθη, από τους λίγους γραμματικούς (έτσι λένε τους υποπλοίαρχους) που διέθετε η ναυτιλία μας, ήταν όμως δίκαιος και προσεκτικός σε θέματα ασφάλειας του πλοίου και των επιβαινόντων, τον αγαπούσαν όλοι αλλά και τον φοβόντουσαν. Ήταν αλλιώς τα πράγματα τούτη τη στιγμή, πλησίασα, του χάιδεψα τα ψαρά μαλλιά, λέγοντάς του: «Φίλε, όλο το πλήρωμα σε περιμένει, χρονιάρα μέρα, σήκω να πάμε πίσω.» Ελευθέρωσε το πρόσωπό του απ’ τις παλάμες- φτιάρια, με κοίταζε στωικά• τα μάτια του κλαμένα φάνηκαν, όσο κι αν προσπάθησε να μη το δείξει.
«Φίλε Μαρκόνη, τι ζωή είναι αυτή αδελφέ; Είμαστε άνθρωποι εμείς ή ψάρια; Βλέπεις ελύγησεν ο Πλάτανος, σύρε μόνος με προσοχή, δώσε τις ευχές μου σε όλους, άστε με μόνο!!!»
Με την υπομονή μου τα κατάφερα. Όταν φτάσαμε στην τραπεζαρία μας την είχαν στήσει, μας δέχτηκαν με χειροκροτήματα, ζητωκραυγές, ευχές και δάκρυα – το γλεντήσαμε όπως πάντα.
Σιγά – σιγά φεύγαμε από το κέντρο του κυκλώνα, είμαστε ήδη στα παρακλάδια του, η Μαριάννα μουντάριζε άφοβη κι η πλώρη της κεφάλωνε. Τώρα το γλένταγε κι αυτή όπως εμείς.
……………………………..
Την ιστορία αυτή την τελείωσα ταξιδεύοντας με το φέρι – μπoτ Πορτοχέλι – Σπέτσες- Πορτοχέλι.
Την αφιερώνω στους ναυτικούς μας. Σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα συνάδελφοι, χρόνια πολλά, ευτυχισμένο το 2022, γαλήνιες θάλασσες, να είστε πάντα καλοί Πρεσβευτές της Πατρίδας μας, να μεταφέρετε περήφανοι τη γαλανόλευκη σημαία στα πέρατα του κόσμου- σας αγαπάμε, η πατρίδα σας αναγνωρίζει…
Αυτά για σήμερα, υγιαίνετε! Χρόνια πολλά σε όλους.
Τάσος Στάικος
Πορτοχέλι 
Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ Αργολίδας, αρ. φύλ. 313, στις 21 Δεκεμβρίου 1999.