Το Σύγγρειο Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης (Συγγρού)

 

Το σχολείο Θηλέων στα τέλη του 19ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια της νέας 10ετίας του 20ου αιώνα στεγαζόταν, καθώς φαίνεται, σε δημοτικό κτήριο που βρισκόταν στην ίδια θέση όπου στη συνέχεια οικοδομήθηκε το Σχολείο του Συγγρού για να στεγαστεί εκεί, από το έτος 1904, το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης.
Η απόφαση της κατασκευής του πάρθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1900 από το Εποπτικό Συμβούλιο του Νομού Αργολίδας, το οποίο στην 37η πράξη του §2 αναφέρει προς τον Υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να ενεργήσουν για την κατασκευή διδακτηρίου στην Ερμιόνη γιατί «το υπάρχον δημοτικόν διδακτήριον του Σχολείου Θηλέων όπερ κείται εν θέσει καταληφθησομένη υπό του νέου διδακτηρίου, δεν δύναται να μετασκευασθή ούτως ώστε να επαρκέση εις τας ανάγκας του 2/ταξίου Σχολείου Θηλέων».[1]
Μετά την έκδοση δύο υπουργικών αποφάσεων για τη διενέργεια των μειοδοτικών δημοπρασιών που δημοσιεύτηκαν η πρώτη (υπ’ αρ. 19605/24-10-1900) στο Φ.Ε.Κ. 331/28 Οκτωβρίου 1900 και κατέστη άγονη, η δε δεύτερη (υπ’ αρ. 23373/4-12-1900) στο Φ.Ε.Κ. 385/8 Δεκεμβρίου 1900 επί υπουργίας Σ. Στάη. Τα κείμενα και των δύο δημοπρασιών είναι ακριβώς τα ίδια και αποτελούνται από 6 άρθρα. Η δεύτερη δημοπρασία, όπως και η πρώτη, «διενεργήθη» στο Ναύπλιο από 12-14 Ιανουαρίου. Την άνοιξη του ίδιου έτους ξεκίνησαν οι εργασίες οικοδόμησης του διδακτηρίου σύμφωνα με τα σχέδια του Δημητρίου Καλλία (1859-1939) μηχανικού του Υπουργείου των Εσωτερικών.

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

Ο Δημ. Καλλίας με καταγωγή από τη Χαλκίδα μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή των Τεχνών, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Πολυτεχνείο, ως πολιτικός μηχανικός συνέχισε τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε τέσσερις (4) τύπους διδακτηρίων (Τ/Α΄6/τάξιο, Τ/Β΄4/τάξιο, Τ/Γ΄2/τάξιο, Τ/Δ΄ μονοτάξιο) ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών.

Αντίγραφο του πρωτότυπου τυπικού μονοθέσιου Β’ τύπου (κάτω δεξιά υπογραφή Καλλία).

Το Σχολείο «Συγγρού» της Ερμιόνης ήταν τύπου Γ΄2/τάξιο με προϋπολογισμό δαπάνης του έργου δεκαεννέα χιλιάδες (19.000) δραχμές. Τα χρήματα θα πληρώνονταν από τη διαθήκη του Ανδρέα Συγγρού και τα εκπαιδευτικά τέλη, όπως ο νόμος όριζε. Το κτήριο, αν και δεν αναφέρεται πουθενά η ημερομηνία αποπεράτωσής του, φαίνεται, να τελείωσε στις αρχές του 1904.
Έτσι την ίδια σχολική χρονιά στεγάστηκε σ’ αυτό το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων μέχρι το 1929, οπότε και νομοθετήθηκε η συνεκπαίδευση των δύο φύλων.
Η θέση του μοναδική σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της ήσυχης πόλης. Με ανατολικό προσανατολισμό που άφηνε τη ματιά να ανταμώνει τα νερά του Ερμιονικού κόλπου και να «αρμενίζει» στον απέραντο θαλασσινό ορίζοντα που ξανοιγόταν μπροστά της. Εκείνη η προκλητική θέα ήταν που έκανε τη σκέψη των παιδιών να πετά και να αναδεύει μυθολογικές διηγήσεις και ταξίδια κοντινά ή μακρινά που έφταναν ίσαμε την Μπαρμπαριά θαλασσοδαρμένων ναυτικών της Ερμιόνης που μπορεί να ήσαν γονείς, συγγενείς ή φίλοι τους.
Η αρχιτεκτονική του μορφή νεοκλασική, σε έντονη αντίθεση με το περιβάλλον πρόβαλε κυρίως με την μπροστινή του όψη σαν «μικρό Πανεπιστήμιο». Άλλωστε καθώς μας πληροφορούν οι ειδικοί όλα τα Σχολεία τύπου Καλλία (Συγγρού) ήσαν αποτύπωμα του ίδιου προτύπου που παρέπεμπε, ανάλογα του τύπου του, λιγότερο ή περισσότερο στο κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το διδακτήριο ισόγειο, επίμηκες, υπερυψωμένο, επιβλητικό, αγέρωχο, μεγαλειώδες. Ελεύθερο από τις τρεις πλευρές του βόρεια, δυτικά και ανατολικά με την πέτρινη σκάλα και έξι σκαλοπάτια σε σχήμα Π. Μεγαλύτερο το πρώτο καθώς την ανεβαίνουμε και μικρότερο το τελευταίο σε οδηγούν στη μεγάλη δίφυλλη πόρτα της εισόδου. Αυτή είναι στολισμένη με δύο παραστάδες (τετράγωνος κολόνες), μια σε κάθε πλευρά που φέρουν κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ πάνω από την πόρτα βρίσκεται τριγωνικό αέτωμα με τρία ακροκέραμα, ανθέμια εννέα φύλλων με το μεσαίο φύλλο της κορυφής μεγαλύτερο των άλλων.
Τα παράθυρα μεγάλα, στενόμακρα, ξύλινα, τέσσερα δεξιά και τέσσερα αριστερά με κορνίζες ανάμεσα, προβάλλουν το αισθητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα βοηθούν τον άπλετο μονόπλευρο φωτισμό των αιθουσών και την εύκολη ανανέωση του αέρα. Ένας διάδρομος στον κεντρικό άξονα της εισόδου χώριζε τις δύο αίθουσες διδασκαλίας, ενώ υπάρχει και τρίτη αίθουσα που προοριζόταν για γραφείο των διδασκαλισσών. Στο εσωτερικό υπάρχουν δύο πόρτες εξόδου των μαθητών για διάλειμμα στην ευρύχωρη αυλή του Σχολείου, που βρισκόταν στο δυτικό μέρος.
Η στέγη του διδακτηρίου δικλινής, με εντυπωσιακή κορυφογραμμή, κεραμοσκεπής. Έξι ακροκέραμα, λιτά, ανθέμια των εννέα και έντεκα φύλλων, ανομοιογενή, ένα σε κάθε γωνιά του κτηρίου και από ένα στις δύο άκρες της κορυφογραμμής σχηματίζουν δύο νοητά τεράστια τρίγωνα βόρεια και νότια. Το διδακτήριο στην αρχική του μορφή είχε και υπόγειο με είσοδο από την αυλή και φεγγίτες στην πρόσοψη.
Ασφαλώς το περιώνυμο Σχολείο του Συγγρού ή Σύγγρειο Σχολείο, όπως συνήθιζε να το ονομάζει ο αείμνηστος πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου Απόστολος Γκάτσος, ήταν το μεγαλοπρεπέστερο και λαμπρότερο από τα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια που οικοδομήθηκαν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα στην πόλη μας. [2]
Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του Σχολείου 1904 – 1905 ήσαν εγγεγραμμένες εκατόν τριάντα πέντε (135) μαθήτριες. Στην Α’ τάξη σαράντα τέσσερις (44), στη Β’ σαράντα (40), στην Γ’ τριάντα τρεις (33) και στην Δ’ δεκαοκτώ (18) ενώ φοίτησαν εκατόν είκοσι επτά (127). Διευθύντρια του Σχολείου ήταν η Μαρία Νικολέττου και δεύτερη δασκάλα η Αικατερίνη Φρούτα από τις Σπέτσες.

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

Αργότερα όταν προστέθηκαν οι τάξεις Ε’ και Στ’ και το Σχολείο έγινε 3/τάξιο χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα το γραφείο των διδασκαλισσών, ενώ η τρίτη δασκάλα που διορίστηκε ήταν η Ερμιονίτισσα Χαριτίνη Παπαμιχαήλ-Σταυριανού.
Στις 4 Ιουλίου 1927 ο υπομηχανικός Μαζαράκης με σημείωμά του ενημερώνει ότι το διδακτήριο Θηλέων Ερμιόνης τύπου Καλλία, που ήδη είχε υποβιβαστεί σε 2/τάξιο, «χρήζει των εξής επισκευών»:
  • Επισκευή της στέγης
  • Επισκευή των κουφωμάτων και τοποθέτηση μερικών στηριγμάτων
  • Ελαιοχρωματισμό των κουφωμάτων
  • Υδροχρωματισμό εξωτερικό και εσωτερικό
  • Τοποθέτηση μιας υδρορροής στο υπόστεγο
«Δια τας ως άνω επισκευάς θα δαπανήση η Κοινότης εκ των εσόδων της».
Δύο χρόνια αργότερα, το 1929, με τη θεσμοθέτηση της συνεκπαίδευσης των δύο φύλων, δημοσιεύτηκε το Π.Δ. συγχώνευσης του 3/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων σ’ ένα 5/τάξιο μικτό Σχολείο, Φ.Ε.Κ. 257/2 Αυγούστου 1929.
Επειδή, ωστόσο, το νέο διδακτήριο που κτιζόταν σε δημοτικό οικόπεδο στην άκρη τότε της πόλης για να στεγαστεί το 5/τάξιο μικτό σχολείο δεν είχε ολοκληρωθεί, χρησιμοποιήθηκαν για τα τρία χρόνια οι αίθουσες των Σχολείων του Συγγρού, του Καποδιστριακού και του Στρατώνα.
Αυτό επαναλήφθηκε και τα επόμενα χρόνια, όταν οι αίθουσες του «νέου» διδακτηρίου δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες. Τότε πάλι το Σχολείο του Συγγρού χρησιμοποιήθηκε εφεδρικά στεγάζοντας ανά μία τάξη κατ’ έτος.
Το 1931, σύμφωνα με δημοσίευμα του Βασίλη Λιάτζουρα στην εφημερίδα «Ναυπλιακή Ηχώ», στο Σχολείο του Συγγρού στεγάστηκε, για μια τετραετία περίπου, η Ταπητουργική Σχολή, στην οποία εργάζονταν με αμοιβή δέκα πέντε (15) κορίτσια που μάθαιναν ταυτόχρονα και την τέχνη της ύφανσης των ταπήτων. Έτσι η Σχολή «συν τω χρόνω θα αποβή ένας καλός παράγων δια την οικονομικήν ζωήν του τόπου», υποστήριζε ο Βασίλης Λιάτζουρας.
Διευθυντής της Σχολής ήταν ο Βασίλειος Μεταξάς σχεδιαστής, ειδικός στην ταπητουργία, ενώ την εφορευτική επιτροπή της Σχολής αποτελούσαν οι Μιχαήλ Δεληγιάννης, Δημήτριος Παναγιώτου, Γρηγόρης Καραγιάννης και Άγγελος Παπαμιχαήλ.
Με τον διορισμό του δασκάλου μας Μιχαήλ Παπαβασιλείου στην Ερμιόνη και ιδιαίτερα με την ανάληψη της Διεύθυνσης του Δημοτικού Σχολείου κάθε γωνιά του Σύγγρειου αναδεικνύεται και αξιοποιείται προς όφελος των μαθητών και γενικότερα της νεολαίας της Ερμιόνης.
Εδώ, λοιπόν, για μια 20/ετία (1940-1960) στήνεται η «Θεατρική Σκηνή» του Δημοτικού Σχολείου που με το μεράκι, το ταλέντο, τη γνώση, την τέχνη του δασκάλου ανεβαίνουν από τους μικρούς μαθητές αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις κυρίως στις εθνικές γιορτές και στη λήξη των μαθημάτων. Οι γιορτές αυτές άφηναν έντονο το αποτύπωμά τους στην κοινωνία της πόλης και είναι αρκετοί αυτοί που μέχρι σήμερα τις θυμούνται και τις νοσταλγούν.[3] Εδώ, στη μεγάλη αυλή του Σχολείου, δημιουργείται ο σχολικός κήπος και παίρνει σάρκα και οστά το όραμα των σχολικών συνεταιρισμών και της συνεργασίας με τα προϊόντα που καλλιεργούσαν οι μαθητές να τα πωλούσαν οι ίδιοι. Με τα χρήματα που κέρδιζαν αγόραζαν εποπτικό υλικό για τις ανάγκες του σχολείου ή τα χρησιμοποιούσαν για την κάλυψη των αναγκών απόρων συμμαθητών τους καθώς και σε εράνους και άλλους φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Εδώ παρασκευαζόταν και μοιραζόταν στους μαθητές το πρωινό συσσίτιο που περιλάμβανε το σοκολατούχο γάλα, φτιαγμένο από την κυρά-Τριάδα, το κίτρινο Ολλανδίας και το σταφιδόψωμο ζυμωμένο από τον φούρναρη Παντελή Κομμά.
Εδώ ήταν η έδρα των ερυθροσταυριτών και της ομάδας, των ναυτοπροσκόπων της Ερμιόνης, που ανασύστησε ο δάσκαλος και λάμπρυνε με τη συμμετοχή της τις παρελάσεις καθώς και άλλες εκδηλώσεις κάτω από τους ήχους των τυμπάνων και των σαλπίγγων που «έπαιζαν» οι ναυτοπρόσκοποι.
Οι πολλαπλές δραστηριότητες που γίνονταν εκεί καθώς και η επιβλητική «θωριά» του κτηρίου έκαναν το Σχολείο να φαντάζει τεράστιο στα παιδικά μας μάτια!
Τη 10/ετία του ’50 το Σχολείο νοικιάζεται από τον αείμνηστο Λευτέρη Γ. Γκάτσο και η μεγάλη μονοκόμματη αίθουσα μετατρέπεται σε αίθουσα κινηματογράφου. Είναι ο πρώτος κινηματογράφος που λειτούργησε στην Ερμιόνη με την ονομασία «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» προς τιμή του φημισμένου μουσικού της Ερμιόνης Λάσου του Ερμιονέα, που έζησε την 58η Ολυμπιάδα και χρονολογικά συμπίπτει με το 548 – 545 π.Χ.
Το όνομα του κινηματογράφου που ήταν γραμμένο με μαύρα κεφαλαία γράμματα στην πρόσοψη του κτηρίου το έδωσε ο αείμνηστος Άγγελος Παπαβασιλείου παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη δωρεάν παρακολούθηση των κινηματογραφικών ταινιών για έναν μήνα! Τα χρόνια που ακολούθησαν τον κινηματογράφο ανέλαβαν οι Στέφος Αλεξανδρίδης και Γιάννης Σαλαμούρης μετονομάζοντάς τον σε «ΜΟΝ ΣΙΝΕ». Θυμάμαι ορισμένα παιδιά να στέκονται υπομονετικά στην είσοδο του κινηματογράφου περιμένοντας κάποιον γνωστό τους να πληρώσει το εισιτήριο ή να τους βάλει μέσα …«δωρεάν».
Όταν δημιουργήθηκε ο νέος κινηματογράφος, χειμερινός και θερινός του Δημητρίου Πάλλη στο Λιμάνι με το όνομα «ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ», το κτήριο του Συγγρού παρέμεινε για είκοσι χρόνια εγκαταλελειμμένο με αποτέλεσμα να το λαφυραγωγήσει ο χρόνος, γιατί όπως λέει και ο λαός «Σπίτι που δεν κατοικείται φεύγει».
Ήδη από τα μέσα της 10/ετίας του 1970 το ιστορικό κτήριο είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημαντικές φθορές. Στις 10 Ιουνίου 1976 ο αείμνηστος πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου Απόστολος Γκάτσος, ενημέρωνε το Δ.Σ. ότι το Σχολείο Συγγρού καταρρέει και υπάρχει άμεση ανάγκη αποκατάστασής του.
Πράγματι, το 1978, με τη συμπαράσταση του τοπικού βουλευτή Ιωάννη Κοντοβράκη και με τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Παιδείας (Ο.Σ.Κ.) ο Ερμιονικός Σύνδεσμος κατάφερε να διασώσει το ιστορικό κτήριο.
Έναν χρόνο αργότερα με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 555/15 Ιουνίου 1979 το διδακτήριο Συγγρού της Ερμιόνης χαρακτηρίστηκε ως «Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο», όπως έχουν χαρακτηριστεί και όσα σχολεία Συγγρού διασώθηκαν μέχρι σήμερα.
Με το Π.Δ. 530/11 Ιουλίου 1979 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 163/19 Ιουλίου 1979 ιδρύθηκε το Γυμνάσιο Ερμιόνης, πόθος πολλών δεκαετιών των κατοίκων της πόλης μας και στεγάστηκε στο Σχολείο του Συγγρού.
Τα εγκαίνια έγιναν μέσα σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα στις 25 Σεπτεμβρίου 1979. Τον επόμενο χρόνο, πάλι με ενέργειες του Ερμιονικού Συνδέσμου και ιδιαίτερα της κυρίας Άννας Ψαρούδα Μπενάκη, που ήταν τότε Γενική Γραμματέας του Συνδέσμου, προς το Υπουργείο Παιδείας εγκρίθηκαν άλλες διακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές (250.000 δρχ.) για την επισκευή της πρόσοψης του Σχολείου, ενώ σημαντική ήταν και η προσφορά της τοπικής κοινωνίας για την ολοκλήρωση του έργου με πρωτεργάτη τον Σύλλογο Γονέων του Σχολείου, που είχε ήδη συσταθεί.
Το Γυμνάσιο στεγάστηκε εκεί για μια 10/ετία, μέχρι το 1990, οπότε μεταφέρθηκε στο «δικό του» διδακτήριο, που είχε κατασκευαστεί ήδη στα «Αλώνια».
Το 2004 η Δημοτική Αρχή Ερμιόνης προχώρησε σε εκτεταμένη αλλά και απαραίτητη ανακαίνιση του κτηρίου και του προαύλιου χώρου δίνοντας έτσι ζωογόνα πνοή στο εκατοντάχρονο πλέον Σχολείο, που το 2007 ονομάστηκε «Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης».

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

Το 2014 η πρώτη Δημοτική αρχή του νέου Δήμου Ερμιονίδας με πρώτο Δήμαρχο τον Δημήτρη Καμιζή, γιατρό με ιδιαίτερη καλαισθησία, εμπλούτισε και διακόσμησε τους εσωτερικούς χώρους (καθίσματα, φωτισμό), ενώ η αίθουσα σήμερα διαθέτει και τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό.[4]
Θεωρώ πως είναι αξιομνημόνευτες οι γενιές εκείνες των συμπολιτών μας που κράτησαν ολόρθο το σχολείο Συγγρού όπως και το Καποδιστριακό συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες. Συγχαρητήρια, όμως, αξίζουν και σ’ εκείνους που το αναζωογόνησαν, ανανέωσαν την αισθητική του και είχαν την έμπνευση να αναπροσαρμόσουν και να εξελίξουν την αποστολή του, ώστε σήμερα να φαντάζει ως η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου μας αλλά και ένας διαχρονικός και συνάμα γοητευτικός ναός της γνώσης και του πολιτισμού μέσα στην πόλη. Σε μας απομένει ο σεβασμός, το ενδιαφέρον και η φροντίδα τούτου του κτηρίου, που είναι ομολογουμένως ζηλευτό στολίδι της Ερμιόνης.
Ήταν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι από κείνα που η Ερμιόνη «βράζει» και παλεύει με τους 40ο βαθμούς, ενώ οι ρυθμοί της ζωής επιβραδύνονται. Βρέθηκα εκεί -στου Συγγρού- με το βλέμμα πάντα …αδηφάγο και απαιτητικό. Ήθελα να αποτυπώσω με όση περισσότερη ακρίβεια μπορούσα στοιχεία του εξωτερικού χώρου και της γειτονιάς, «που τον έφερα ολόγυρα» γνωρίζοντας ότι πάντα ορισμένες «λεπτομέρειες» πολύ σημαντικές γλιστράνε μέσα από τα χέρια «σαν το χέλι»!
Η ματιά μου έπεσε στα έξι σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου. Ήταν ακριβώς όπως τα θυμόμουν. Γονάτισα και παρατήρησα πάνω στις ταλαιπωρημένες μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες. Πρώτο και δεύτερο σκαλοπάτι τα αρχικά Κ.Ι.Κ., στο κέντρο και στο πλάι. Τρίτο, το όνομα Γεώργιος Σκούρτης με ημερομηνία 12-4-64. Τέταρτο, τα αρχικά Α.Α.Οι., ενώ στο πέμπτο ολογράφως το όνομα του Άγγελου Αναστασίου Οικονόμου 1964. Είχε και δικαίωμα, σκέφτηκα, γιατί ήταν γείτονας! Στο έκτο, «δικαιωματικά» πάλι, το όνομα ενός γειτονόπουλου, Δημήτρης Ευσταθίου Λίτσας. Ο γερασμένος πεύκος πλαγιαστός, έτσι τον θυμάμαι πάντα, όχι κυρτωμένος, δίπλα στο σπίτι του Δημήτρη, μας κράτησε για λίγο στη σκιά του, ενώ το διπλανό πεζούλι αποκαλυπτικό και με πολλές …εκπλήξεις, μας περίμενε!

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Αρχίσαμε να διαβάζουμε από Β. προς Ν. Αδαμαντία Κρική, Αργυρούλα Σαρρή Ερμιόνη 1965 και ένας Σταύρος Αγ; 1965. Συνεχίζουμε, Ιωάννης και Δημήτρης Λίτσας, αδέλφια, 1965, Α. Μερτύρης 1938,13 ετών και Γ.Μ. 1938, παιδιά μιας άλλης δεκαετίας, προπολεμικής και ακόμη Ε. Π. Παυλίδης 1960, ΣΙΔ 1951, ΚΑΣ 1957, ΘΔΣ 1947, ΠΕΖ 1947, ΕΣΜ, ΚΕΖ και δύο ολόκληρες πλάκες με τα αρχικά ΒΔΤ, ΠΚΘ, ΛΚΘ, ΜΔΤ, ΚΙΚ, ΦΙΣ, ΓΔΘ διάφορα ονόματα παιδιών με άδηλη την επιθυμία της αιωνιότητας. Πόσο γοητευτικοί είναι οι κύκλοι της ζωής μέσα στην καρδιά της πόλης! Στην τελευταία πλάκα γραμμένη η «θρυλική» ισπανική ομάδα REAL, αναμφισβήτητα η πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα εκείνων των χρόνων, ενώ ένα ακόμη δέντρο, νομίζω πασχαλιά, στην άλλη άκρη «στολίζει» την πρόσοψη του κτηρίου.

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Στις μαρμάρινες πλάκες χαραγμένα, από μαθητές και παιδιά της γειτονιάς, ονόματα και χρονολογίες.

Ακριβώς κάτω από το πεζούλι στέκει το όμορφο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, «της Παναγίτσας», με επίσης μεγάλη ιστορία αλλά και μικροπεριπέτειες με τους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του πάντα περιποιημένο και πεντακάθαρο. Σήμερα φαίνεται μόνο το καμπαναριό του, αφού ένα «πελώριο» κτήριο μέσα στο προαύλιο του ναού έχει αποκλείσει τη θέα του.
Νότια το σπίτι του Μήτσου Σκούρτη με τη μεγάλη αυλή, μπροστά σ’ έναν από τους τρεις πρώτους προπολεμικούς τσιμεντόδρομους της Ερμιόνης «ποτισμένο» με παιδικές δράσεις και μνήμες. Στο βάθος ένα νέο κτίσμα, το σπίτι του Πέτρου Σκούρτη, γιού του Μήτσου. Βόρεια τα περιποιημένα και καλοσυντηρημένα σπίτια Λίτσα και Νάκου, μια πινελιά ανανέωσης του τοπίου. Δυτικά, ο χωμάτινος δρόμος, λασπωμένος τον μισό χρόνο, τώρα τσιμεντοστρωμένος και η γειτονιά με τα λίγα τότε παλιά σπίτια αγνώριστη.
Τα θραύσματα της μνήμης εκτοξεύονται! Ήταν η γειτονιά που είχε τις πιο παράξενες κρυψώνες για το παιχνίδι μας «στρατιώτες – κλέφτες». Την γνωρίζαμε σπιθαμή προς σπιθαμή. Περνώντας θυμήθηκα κάποιες απ’ αυτές και ανάμεσα σε ίχνη κατεδαφισμένων σπιτιών καθώς και μερικών άλλων που στέκονταν ακόμα γαντζωμένα στις θέσεις τους.
Τολμήσαμε ένα άλμα στον χρόνο. Πράγματι αισθανθήκαμε τον απόηχο και τη μυρωδιά ενός άλλου κόσμου. Μέσα από εξερευνήσεις, αναμνήσεις και κυρίως ζωντανά κτήρια που αποτελούν αψευδείς μάρτυρες της τοπικής ιστορίας και φωτίζουν ορισμένες πτυχές της δίνοντας σχήμα στην Παράδοση, την Ιστορία και τον Πολιτισμό. Με τον Νόμο ΚΝ 5351/1932 «Περί αρχαιοτήτων» το Σχολείο Συγγρού ανήκει στα διατηρητέα μνημεία της Ερμιόνης.
Υποσημειώσεις

[1] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Εποπτικό Συμβούλιο», Θ.182, Υλικό αταξινόμητο.
[2] Σχολεία «Συγγρού ή τύπου Καλλία», όπως είναι γνωστά, άρχισαν να κατασκευάζονται σε όλη την Ελλάδα από το 1895. Ως το 1911 είχαν κατασκευαστεί τετρακόσια επτά (407) τέτοια σχολικά κτήρια με χρήματα κυρίως από τα εκπαιδευτικά τέλη. Στον Νομό Αργολίδας κατασκευάστηκαν δέκα έξι (16) Σχολεία από τα οποία, τέσσερα (4) στην επαρχία Ερμιονίδας (Κρανιδίου 2/τάξιο 1905, Ερμιόνης 2/τάξιο 1904, Διδύμων Αρρένων 2/τάξιο 1900 και Θηλέων μονοτάξιο 1902, το οποίο, δυστυχώς, δεν σώζεται).
[3] Προσωπικά με εντυπωσίαζαν οι θαλασσιές κουρτίνες της αυλαίας που χώριζαν την υπερυψωμένη σκηνή από την αίθουσα και ανοιγόκλειναν κατά τη διάρκεια της παράστασης!
[4] Ήταν ιδιαίτερη τιμή για μένα το ότι στη νέα αίθουσα, με πρόσκληση του Ι.Λ.Μ.Ε., πραγματοποίησα την πρώτη ομιλία στις 23 Μαρτίου 2014 με θέμα «Το ξεκίνημα της Επανάστασης στην Ερμιονίδα μέσα από γραπτές μαρτυρίες και παραδόσεις».
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης  Τζένη Δ. Ντεστάκου
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου«Σταθμοί στον χρόνο και την ιστορία (Τα τρία παλαιά διδακτήρια της Ερμιόνης)», Αθήνα, 2022.
Πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού