Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης

Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της απρόσκοπτης λειτουργίας της εκπαίδευσης κατά την καποδιστριακή περίοδο ήταν και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών, που πολλές φορές αποτελούσαν τροχοπέδη στη σύσταση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων.
Στην επαρχία του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) οι δημογέροντες και πρόκριτοι των τριών δήμων Κρανιδίου, Διδύμου και Ερμιόνης, υπέβαλαν εγγράφως το σχετικό με τη στέγαση των σχολείων αίτημα στον «Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», Νικόλαο Χρυσόγελο. Επιπλέον, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως αρκετοί κάτοικοι και των τριών δήμων στήριζαν την προσπάθεια αυτή με ποικίλους τρόπους.
Στο Κρανίδι οι εργασίες οικοδόμησης νέου διδακτηρίου για τη στέγαση της «Αλληλοδιδακτικής Σχολής» ξεκίνησαν κατά το διάστημα Αυγούστου – Οκτωβρίου 1829 και ολοκληρώθηκαν στις αρχές Φεβρουαρίου 1830, ενώ εκκρεμούσε η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου.[1] Έτσι ένα νέο διδακτήριο δημιουργήθηκε στο Κρανίδι που αριθμούσε τότε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιους δεκατρείς (4.813) κατοίκους με οκτακόσιες εξήντα τρεις (863) οικογένειες.
Στο Δίδυμο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της Ελληνοαλληλοδιδακτικής Σχολής εκδήλωσε ενδιαφέρον η τοπική δημογεροντία. Με έγγραφό της τον Οκτώβριο του 1829 ζητούσε από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Κωνσταντίνο Ράδο να παραχωρηθεί για τον σκοπό αυτό «το ευρισκόμενον εις το χωρίον… οσπίτιον εθνικόν ως απερριμένον και παρ’ ουδενός περιποιούμενον κινδυνεύει μετ’ ολίγον να εξοντωθεί». Μέχρι τότε χρησίμευε ως αποθήκη για τη συγκέντρωση των καρπών από τους ενοικιαστές αυτού.[2]
Με το υπ’ αριθμ. 3744/25 Οκτωβρίου 1829 έγγραφο του Έκτακτου Επιτρόπου προς την κυβέρνηση για την παραχώρηση της οικίας, ο Κυβερνήτης παραχώρησε το εθνικό οίκημα που ζητήθηκε «κείμενον εν τω χωρίω άνευ τινός χρήσεως δια να χρησιμεύσει ως σχολείον ελληνοαλληλοδιδακτικόν προς εκπαίδευσιν των τέκνων των», όπως ανέφερε ο επίτροπος.[3]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Αργότερα, τον Οκτώβριο του 1830, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεσή του ότι το οίκημα αυτό, «είναι αρκετόν εις τους εντοπίους μαθητάς»,[4] καθώς παρά το μικρό μέγεθος είχε χωρητικότητα πενήντα (50) μαθητών.
Στην Ερμιόνη τη στέγαση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής ανέλαβε, μετά από πρόταση των εφόρων, η τοπική δημογεροντία που με το υπ’ αριθμ. 40/19 Δεκεμβρίου 1829 έγγραφό της γνωστοποίησε προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδας ότι «εν τη κωμοπόλει ταύτη ευρίσκεται εν οίκημα του Οθωμανού Αλή Μπαρδουνιώτη[5] και είναι εις κατάστασιν να χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν, αν η Αυτού Εξοχότης ευαρεστηθή και διατάξη δια του ανήκοντος να μας δοθή».
Οι Δημογέροντες
Λογοθέτης Ράδος
Α. Μπουκουβάλας
Μάλιστα, συνοδευτικά με το έγγραφο υπήρχε και κατάσταση τριάντα οκτώ (38) πολιτών της Ερμιόνης που «κατέβαλεν έκαστος κατά την δύναμίν του» τον οβολό του. Έτσι, συγκεντρώθηκαν αρχικά, χίλια οκτακόσια τριάντα πέντε (1.835) γρόσια. Την προθυμία των κατοίκων της Ερμιόνης «να ανεγείρωσιν εν τη εαυτών» σχολή τόνιζε με την υπ’ αριθμ. 4306/21 Δεκεμβρίου 1829 αναφορά του ο έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας Κωνσταντίνος Ράδος «Προς την επί της Παιδείας και των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν της Κυβερνήσεως».
Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα η Δημογεροντία της Ερμιόνης με το υπ’ αριθμ. 55/13 Ιανουαρίου έγγραφό της και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε με το υπ’ αριθμ. 4432 έγγραφο του επιτρόπου, ευχαριστεί την Αυτού Εξοχότητα, τον Κυβερνήτη, ο οποίος «εδέχθη ευαρέστως την αίτησιν και παραχωρεί χάριν της νεολαίας μας το εθνικόν οσπίτιον του Αλή Μπαρδουνιώτη δια να μας χρησιμεύση ως σχολείον Αλληλοδιδακτικόν».[6]

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης. Το Καποδιστριακό Σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σπίτι του Αλή Μπουρδουνιώτη. Στα χρόνια του Καποδίστρια και συγκεκριμένα το 1831 μετατράπηκε σε σχολικό κτίριο με προσφορές των κατοίκων της Ερμιόνης. Στέγασε για πάνω από 100 χρόνια το δημοτικό σχολείο της πόλης μας.

Για άγνωστους λόγους η οικία αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε άμεσα ως σχολείο, αλλά, καθώς φαίνεται, κατεδαφίστηκε και στη θέση της ξεκίνησε η ανέγερση του διδακτηρίου «εκ θεμελίων».[7]
Αξιοπρόσεχτες είναι οι παρακάτω μαρτυρίες για την πορεία των εργασιών της Σχολής.
Με το υπ’ αριθμ.1152/2 Ιουλίου 1830 έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίας ο προσωρινός Αστυνόμος Κρανιδίου Γεώργιος Κλήρης, αναφέρει:
«Τρίτον κατάστημα διδακτικόν ανεκτίσθη και εις Ερμιόνην, αλλ’ είναι ακόμη ασκεπές και ατελείωτον. Η κατασκευή και το κτίσιμον του αυτού καταστήματος είναι από τα χρήματα εθνικής τινος οικίας, όπου η Σ. Κυβέρνησις εις τούτους εδωρήσατο ή δε τελείωσίς του θέλει γίνει από ετοίμους συναθροίσεις συνεισφορών των ιδίων πολιτών και λοιπόν και από (δυσανάγνωστες λέξεις) συνεισφοράς της Μονής Αναργύρων….».[8]
Έξι μήνες αργότερα, στην υπ’ αριθμ. 14/30 Δεκεμβρίου 1830 έκθεση «Περί σχολείων Ναυπλίου, Κρανιδίου, Διδύμου Ερμιόνης…» του επιθεωρητή «των κατά την Πελοπόννησον διδακτικών καταστημάτων», Ιωάννη Π. Κοκκώνη, αναφέρεται ότι:
«Η εν Ερμιόνη σχολή χτίζεται έτι. Εμπορεί να είναι χωρητικότητος διακοσίων πενήντα (250) μαθητών. Το κτίριον γίνεται καλόν∙ μόλις άρχισαν να το στεγάσωσι τώρα και Κύριος οίδε πότε θέλει τελειώσει, διότι ο παρά της Κυβερνήσεως δοθείς πόρος ετελείωσεν. Οι κάτοικοι κατεγράφησαν εις συνδρομήν χιλίων εννιακοσίων (1.900) γροσίων, εκ των οποίων εσυνάχθησαν μόλις εκατόν πενήντα (150) και τα λοιπά δεν είναι ελπίς να συναχθώσιν γλήγορα, επειδή είς έτι εκ των διορισθέντων επιτρόπων εις την οικοδομήν, όστις είναι και Δημογέρων, φαίνεται ότι αντικόπτει την σύναξιν∙ δεν εξεύρω δια τίνα τέλη του ίδια. Η Κυβέρνησις νομίζω πρέπει να ταχύνη το έργον, προστάζουσα  ολίγον σφοδρώς τους επιστατούντας να φροντίσωσι την σύναξιν της συνδρομής, διότι κινδυνεύουν να ματαιωθώσι και τα όσα έδωσαν βοηθήματα, και να αποτελειώσωσι το κτίριον».[9]
Τέλος, στο υπ’ αριθμ. 410/α Ιουλίου 1832 έγγραφό του προς «Την επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», ο διοικητικός τοποτηρητής του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), Λογοθέτης Ζέρβας, καμία αναφορά δεν κάνει για την εξέλιξη των εργασιών του διδακτηρίου στην Ερμιόνη.[10]
Από τα ανωτέρω προκύπτει το συμπέρασμα ότι μέχρι τα μέσα του 1831 προχωρούσαν αρκετά οι εργασίες για την ανοικοδόμηση του διδακτηρίου της Καποδιστριακής Σχολής Ερμιόνης, χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρωθούν. Η δολοφονία του Καποδίστρια το ίδιο έτος και οι τραγικοί χρόνοι που ακολούθησαν, βύθισαν τη χώρα σε μαρασμό και ασφαλώς δεν ευνόησαν την αποπεράτωση των εργασιών της Σχολής.
Έτσι φαίνεται να ξεκίνησαν εκ νέου στις αρχές του 1839, ίσως και λίγο ενωρίτερα, οπότε ετοιμάστηκε το διδακτήριο και το Σχολείο λειτούργησε, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, τον Οκτώβριο του 1839. Ονομάστηκε δε «Καποδιστριακό», επειδή οι ενέργειες σύστασης του Σχολείου αλλά και οι αρχικές οικοδομικές εργασίες έγιναν κατά τους χρόνους της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο πρώτος δημοδιδάσκαλος που τοποθετήθηκε στο Σχολείο ήταν ο Ιωάννης Σακόρραφος και το έτος 1842 ήσαν εγγεγραμμένοι δεκαπέντε (15) μαθητές.
Ήδη από το 1828 το πρόβλημα των σχολικών κτηρίων τίθεται σε όλες του τις διαστάσεις και εξετάζονται ζητήματα όπως η καταλληλόλητα, η χωροθέτηση, το σχήμα και το μέγεθος των κτηρίων που θα συμβάλλουν στην αποδοτικότητα του εκπαιδευτικού έργου, με κέντρο την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.
Το Καποδιστριακό Σχολείο Ερμιόνης θεμελιώθηκε επάνω στο αρχαίο τείχος της πόλης και ακολουθώντας τις προδιαγραφές των διδακτηρίων των αρχών του 19ου αιώνα αποτελείται από μια ορθογώνια αίθουσα μεγάλων σχετικά διαστάσεων. Είναι λιθόκτιστο, ισόγειο (χαμόγειο) με ξύλινη επικλινή στέγη καλυπτόμενη με κεραμοσκεπή και ξύλινη ψευδοροφή.
Το κτήριο είναι ελεύθερο με εξαίρεση τη Β.Α. γωνία που συνδέεται με τη σημερινή βιβλιοθήκη (κτήριο παλαιάς Κοινότητας). Οι τρεις πλευρές του κτηρίου είναι επιχρισμένες με το κλασικό λεπτό κονίαμα της περιοχής, ενώ η βόρεια πλευρά, ανεπίχριστη, μεγαλόπρεπη και επιβλητική ορθώνεται επάνω στο αρχαίο τείχος.[11]
Η είσοδος του κτηρίου, που μοιάζει με αυτές των σπιτιών, βρίσκεται στη νότια πλευρά, επάνω στον δρόμο. Έχει ύψος 2,50 μ. και εσωτερικά 2,60 λόγω της μικρής, αψιδωτής οροφής, πλάτος 1,60 μ. και βάθος 0,50 μ. Οι εξωτερικές διαστάσεις είναι 15,80 μ. χ 7,80 μ. σε συνδυασμό με το πλάτος της εξωτερικής λιθοδομής που είναι 0,70 μ. Οι εσωτερικές διαστάσεις του κτηρίου είναι 14,40 μ. χ 6,40 μ. με καθαρό εμβαδόν 92,16 τ.μ.[12]
Στην εξωτερική λιθοδομή, σε ύψος 1,35 μ. από το ξύλινο δάπεδο, υπάρχουν επτά όμοια ξύλινα δίφυλλα παράθυρα ύψους 1,70 μ. και πλάτους 1,00 μ. με ξύλινο ενσωματωμένο πρέκι. Τα τρία εξ αυτών στον δυτικό τοίχο και τα δύο στον βορινό βρίσκονται σε πλήρη συμμετρική διάταξη. Στον ανατολικό τοίχο (προς την αυλή) τα δύο παράθυρα είναι σε αντιστοιχία (αντικριστά) εκείνων του δυτικού τοίχου.[13]
Προχωρώντας στο εσωτερικό του διδακτηρίου ας κάνουμε εικόνα, με τα μάτια της φαντασίας, όσα η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει.
Δεξιά, δίπλα από την πόρτα της εισόδου, βρίσκεται το βάθρο, η έδρα του διδασκάλου. Λιτή και υπερυψωμένη, για να τονίζεται η υπεροχή του και η εξουσία που ασκεί στους μαθητές. Από τη θέση αυτή εποπτεύει τους μαθητές μέσα στην τάξη, χωρίς να μετακινείται, αλλά και την ευταξία τους κατά την είσοδο και την έξοδο από την αίθουσα. Κρατώντας μια μεγάλη ξύλινη ράβδο εστιάζει την προσοχή τους στις λέξεις, τα γράμματα και τους αριθμούς του μαυροπίνακα, που βρίσκεται στην απέναντι πλευρά, και βέβαια τιμωρεί εκείνους που …αδιαφορούν για τη μάθηση.
Οι μαθητές με ρούχα φτωχικά, με κυρίαρχο το γκρι μουντό χρώμα, είναι καθισμένοι ανά δωδεκάδες σε μεγάλα θρανία, «εκ ξύλου δρυός», τοποθετημένα κατά μήκος της αίθουσας. Αργότερα χρησιμοποιούσαν και σκαμνιά, φερμένα από το σπίτι τους. Μπροστά τους είχαν τα «αβάκια», πλάκες από σχιστόλιθο, που έγραφαν με πλακοκονδύλι, ενώ για να σβήνουν μεταχειρίζονταν το «σπόγγο» που κρεμόταν από τον …λαιμό τους!
Κατά μήκος των τοίχων της αίθουσας βρίσκονται τα ημικύκλια, σχεδιασμένα στο πάτωμα ή κατασκευασμένα από ξύλο ή από σίδερο. Είναι το πιο χρήσιμο από τα λιγοστά εποπτικά όργανα του σχολείου, καθώς καθορίζουν την θέση που πρέπει να πάρει κάθε ομάδα μαθητών κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Ανάγνωσης, της Γραμματικής και της Αριθμητικής.

Σπάνια φωτογραφία του Κώστα Σατραβέλα, που μας διέθεσε, στην οποία εικονίζεται στη μαρμαροκολώνα της «πρωτολιάς», που σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει.

Στη μέση των ημικυκλίων στέκονται οι «μαθητοδιδάσκαλοι», οι πρωτόσχολοι, σχεδόν κολλητά στον πίνακα. Είναι οι καλύτεροι μαθητές της τάξης που βοηθούν στη μάθηση τους πιο …αδύνατους! Στη δεξιά άκρη κάθε θρανίου βρίσκεται το αναλόγιό του και η πινακίδα των υποδειγμάτων της γραφής. Με χειροκίνητο κουδούνι δίνεται το σύνθημα του διαλειμματος. Περίπου  εκατό (100) παιδιά βγαίνουν από την αίθουσα και ξεχύνονται στη μεγάλη αυλή μπροστά στην είσοδο του Σχολείου: Στην Πλατεία Μπουσουλόντα, που έφερε το όνομα κάποιου πλούσιου γαιοκτήμονα της Ερμιόνης, με τη σπασμένη στη μέση μαρμαροκολώνα,  όπου παίζουν την «πρωτο(ε)λιά….».[14]
Οι μικρότεροι συγκεντρώνονται στη μικρή «αυλή» στην ανατολική πλευρά του Σχολείου. Κάποιοι τρέχουν περιμετρικά της αυλής για να «ξεμουδιάσουν». Με τη λήξη του διαλείμματος περνούν ξανά στην αίθουσα, με τον «διδάσκαλο» να στέκει βλοσυρός στην είσοδο για να «συλλάβει» τους …καθυστερημένους.
Μέχρι το 1848 το διδακτήριο του Καποδιστριακού Σχολείου, με τη φροντίδα της Δημοτικής Αρχής και της Εφορείας τους Σχολείου, διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση, όπως ενημερωθήκαμε από τους σχετικούς πίνακες που διασώθηκαν. Τότε διαπιστώθηκε ότι χρήζει επισκευής που ξεκίνησε άμεσα.
Κατά την 90/ετή (1839-1929) λειτουργία του Σχολείου η Δημοτική/Κοινοτική Αρχή Ερμιόνης αλλά και η Εφορεία του Σχολείου στέκονταν με ιδιαίτερη φροντίδα και αγάπη δίπλα στο Σχολείο και προσπαθούσαν με τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους να «θεραπεύουν» τις φθορές και τις ανάγκες που παρουσιάζονταν. Έτσι στα τέλη της 10/ετίας του 1860, τοποθετηθήκαν δύο μεγάλα κιούπια, δεξιά και αριστερά της εισόδου, «προς υδροποσίαν των μαθητών». Τότε φτιάχτηκε κι ένας πρόχειρος «απώπατος» για τις ανάγκες τους.
Τα δύο πρώτα χρόνια της 10/ετίας του 1890 το Σχολείο προήχθη σε 2/τάξιο και η μεγάλη μακρόστενη αίθουσά του χωρίστηκε στα δύο. Στο μπροστινό μέρος (νότια) στεγάστηκε η Πρώτη και η Δευτέρα ενώ πίσω, στο βορινό, που ήταν το μικρότερο, η Τρίτη και η Τετάρτη, γιατί είχαν λιγότερους μαθητές. Επισημαίνουμε πως ήδη από τις 22 Σεπτεμβρίου 1847 είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί στο Σχολείο και δεύτερος δημοδιδάσκαλος λόγω της αύξησης του αριθμού των μαθητών.
Στις αρχές του 20ου αιώνα που το Σχολείο έγινε 3/τάξιο, χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση της Πέμπτης και της Έκτης τάξης ο διπλανός «Στρατώνας».

Ο Στρατώνας. Βρίσκεται δίπλα από το Καποδιστριακό και μπροστά από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης.

Στο Σχολείο αυτό έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα και φοίτησαν εξαιρετικές προσωπικότητες της μετέπειτα ζωής της Χώρας, όπως ο Συνταγματάρχης και Βουλευτής Ερμιονίδας Αντώνης Σταμ. Μήτσας, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης, ο Υπουργός Οικονομικών Βασίλης Ιωάν. Δεληγιάννης και ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης.
Το Καποδιστριακό έπαυσε να λειτουργεί «ως Σχολείο» από το σχολικό έτος 1931-1932, όταν ετοιμάστηκε το «νέο» μικτό Δημοτικό Σχολείο, καθώς με τη νομοθέτηση της συνεκπαίδευσης (1929) φοιτούσαν μαζί αγόρια και κορίτσια.
Από τότε το Καποδιστριακό Σχολείο χρησιμοποιούταν …ποικιλοτρόπως. Στη 10/ετία του 1950, θυμάμαι την αίθουσα να έχει την εικόνα δικαστηρίου και ένα κιτρινωπό ξύλινο κάγκελο να χωρίζει τον χώρο της έδρας των δικαστών από εκείνον του ακροατηρίου. Στο κέντρο του βορινού τοίχου υπήρχε κρεμασμένη και η εικόνα του Χριστού. Δίκες τότε δεν γίνονταν αλλά, όπως μου είχαν πει, εκεί στεγαζόταν, το τοπικό Ειρηνοδικείο, που είχε παύσει πλέον να λειτουργεί. Τα επόμενα χρόνια κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο ιστορικό Σχολείο της Ερμιόνης με αποτέλεσμα μέρα τη μέρα να λαφυραγωγείται ανελέητα από τον χρόνο, να οδηγείται στην καταστροφή. Μέσα στην απόλυτη σιωπή ανάσαινε βαριά ενώ από στο σώμα του κάθε τόσο νέες πληγές παρουσιάζονταν…
Στο τέλος της 10/ετίας του 1970 με συντονισμένες ενέργειες της Κοινότητας Ερμιόνης και του Ερμιονικού Συνδέσμου το «Καποδιστριακό» χαρακτηρίζεται ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο μαζί με το παλαιό Κοινοτικό Κατάστημα και τον Στρατώνα.
Στο υπ’ αριθμ. 731/26 Αυγούστου 1979 Φ.Ε.Κ. αναφέρεται ότι τα κτήρια αυτά «συνδέονται με την ιστορία της πρώτης περιόδου του ελεύθερου ελληνικού κράτους και παρουσιάζουν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον∙ είναι χτισμένα πάνω στο αρχαίο τείχος του 4ου π.χ. αιώνα και διασώζουν αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής (το Καποδιστριακό Σχολείο) ή αποτελούν συνδυασμό νεοκλασικής και νησιωτικής αρχιτεκτονικής (το Παλαιό Κοινοτικό κατάστημα και ο Στρατώνας με εντοιχισμένη επιγραφή κατασκευής 1880)».
Την υπ ’αριθμ. Γ/22853/1025 απόφαση υπογράφει στις 19 Ιουνίου 1979 ο τότε Υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών Δημήτριος Νιάνιας.
Ήδη ο Ερμιονικός Σύνδεσμος, καθώς αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. 11/5 Μαΐου 1977 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, «εξέταζε τον τρόπο σύνταξης μελέτης επισκευής του κτηρίου και μάλιστα προ της «ολοκληρώσεως της διαδικασίας ανακηρύξεώς του ως διατηρητέου μνημείου».
Ύστερα από συνεχή και εμπεριστατωμένα διαβήματα του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερμιονικού Συνδέσμου ο Υπουργός Πολιτισμού με την από 16 Ιουλίου 1979 απόφασή του ενέκρινε την παραχώρηση του «Καποδιστριακού» στον Ερμιονικό Σύνδεσμο, για να επισκευαστεί και να χρησιμοποιηθεί ως Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης, με τον όρο να διατηρηθεί η παραδοσιακή μορφή του.
Έτσι η Διεύθυνση Πολιτιστικών Κτηρίων του Υπουργείου Πολιτισμού ανταποκρίθηκε σε νέα αίτηση του Ερμιονικού Συνδέσμου και ανέθεσε στην Κα Καριώτου, αρχιτέκτονα της Υπηρεσίας, η οποία ήλθε στην Ερμιόνη, να καταρτίσει τεχνική έκθεση και σχέδια αποκατάστασης του κτηρίου.
Την έκθεση αυτή, ύστερα από σχετική Γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, ενέκρινε στις 17 Ιουλίου 1980 το Υπουργείο Πολιτισμού (Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων).
Η έκθεση δόθηκε στον πολιτικό μηχανικό Αντώνη Σκληρό που «όλως αφιλοκερδώς» συνέταξε τεχνική μελέτη προϋπολογισμού δαπάνης εννιακοσίων μιας χιλιάδων (901.000) δραχμών. Δήλωσε, επίσης, ότι ευχαρίστως αναλαμβάνει το έργο χωρίς καμιά αμοιβή και μάλιστα στην προσπάθεια εξεύρεσης των χρημάτων προσφέρει και εκείνος δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις το Δ.Σ. του Ερμιονικού Συνδέσμου εξουσιοδότησε ομόφωνα τον Πρόεδρο της Κοινότητας Απόστολο Σπετσιώτη και τον πολιτικό μηχανικό Αντώνη Σκληρό, από κοινού είτε χωριστά, να ενεργούν τα δέοντα για λογαριασμό του Συνδέσμου προς κάθε αρμόδια υπηρεσία, ώστε να εκδοθούν οι σχετικές άδειες και να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης του Καποδιστριακού.
Έτσι το Δ.Σ. με τις εισφορές των μελών του Ε.Σ. και με την ενίσχυση του Υπουργείου Οικονομικών συγκέντρωσε το ποσό των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) δρχ. και «αμέσως προέβη στην έναρξη των εργασιών και συγκεκριμένα στη στερέωση της τοιχοποιίας και στην ανακεράμωση της στέγης, ενώ ξεκίνησαν οι εργασίες επισκευής των παραθύρων και του πατώματος».[15]
Επειδή όμως τα χρήματα εξαντλήθηκαν, με πρωτοβουλία του αείμνηστου Αντώνη Κατσογιώργη, έγινε μια μεγάλη επιτυχημένη προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων από φίλους του αλλά και μέλη του Συνδέσμου, ενώ ο ίδιος προσέφερε σημαντική οικονομική ενίσχυση για τη συνέχιση του έργου. Επιπλέον ζητήθηκε οικονομική ενίσχυση από το Υπουργείο Πολιτισμού για την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων αναγκαίων εργασιών.
Την Τετάρτη 1 Ιουλίου 1981 ανήμερα των Αγίων Αναργύρων στη συνεδρίαση του Δ.Σ. ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Ε.Σ. ανακοινώνουν ότι οι εργασίες επισκευής του «Καποδιστριακού» ολοκληρώθηκαν, ενώ στις 21 Αυγούστου 1981 έγιναν τα εγκαίνια της αναπαλαιωμένης αίθουσας.[16]
Τα επόμενα χρόνια η αίθουσα χρησιμοποιήθηκε ως Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης, παραχωρήθηκε, όμως, και σε συλλόγους και ομάδες για τις διάφορες δράσεις τους. Για σαράντα (41) χρόνια μέχρι σήμερα (2022) καμιά προσπάθεια δεν έγινε ούτε κανένα ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τη συντήρησή του. Έτσι, αναπόφευκτα, «νίκησε» η φθορά που ο χρόνος και η χρήση έχουν φέρει…
Κι όμως το «Καποδιστριακό» ένα από τα δύο σωζόμενα τέτοιου τύπου διδακτήρια του Νομού Αργολίδας, το άλλο βρίσκεται στο Άργος, κτήριο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, εξακολουθεί να στέκει εκεί αγέρωχο…
Τον Οκτώβριο του 2010, παρουσιάστηκε μελέτη αποκατάστασης του Καποδιστριακού Σχολείου και η επέκταση στους χώρους του της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος». Η μελέτη αυτή παραμένει ακόμα ανενεργή, ενώ το «Καποδιστριακό» μέρα τη μέρα παραδίδεται στη λεηλασία του χρόνου και βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην ανυποληψία των κατοίκων, αφού μάλιστα κάποιοι αρμόδιοι το χρησιμοποιούν ενίοτε και ως αποθήκη!
Υποσημειώσεις
[1] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 24, Σχολικά, Φεβρουάριος 1830.
[2] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 20, Σχολικά, Οκτώβριος 1829.
[3] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 23, Σχολικά, Νοέμβριος 1829.
[4] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 32, Σχολικά, 10 Οκτωβρίου 1830.
[5] Οι Μπαρδουνιώτες ήσαν σκληροτράχηλοι Μουσουλμάνοι Αρβανίτες που αψηφούσαν την Τούρκικη κυριαρχία. Αλλά και αυτή τη μουσουλμανική θρησκεία την έφεραν στα μέτρα τους. Έτσι ούτε τζαμιά, ούτε ιμάμηδες είχαν ούτε Ραμαζάνια και νηστείες κρατούσαν. Οι Μπαρδουνιώτες από τον 15ον αιώνα κατείχαν την περιοχή της Βαρδωνίας στη Λακωνία, νότια της Προσηλιακής Μάνης, δηλαδή της περιοχής του Γυθείου. Στην πορεία των χρόνων άλλοτε συνεργάζονταν με τους Κλέφτες κατά των Τούρκων και άλλοτε με τους Τούρκους κατά των Ελλήνων.
[6] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 23, Σχολικά, 13 Ιανουαρίου 1830.
[7] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 29, Σχολικά, 2 Ιουλίου 1830.
[8] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 29, Σχολικά, 2 Ιουλίου 1830.
[9] Γ.Α.Κ. Υπουργείον Θρησκείας, Φακ. 34, Σχολικά, 30 Δεκεμβρίου 1830.
[10] Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Α΄(1833–1847).
[11] Μ.Ε.Α.Σ. Α.Ε. Π. Πετρακόπουλος – Ε. Διγώνης και συνεργάτες.
[12] Μ.Ε.Α.Σ. Α.Ε. Π. Πετρακόπουλος – Ε. Διγώνης και συνεργάτες.
[13] όπ. π.
[14] Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο Κώστα Σατραβέλα για τη σπάνια φωτογραφία που μας διέθεσε, στην οποία εικονίζεται ο ίδιος στη μαρμαροκολώνα της «πρωτολιάς», που σήμερα, δυστυχώς, δεν υπάρχει.
[15] Τα παραπάνω αναφέρονται στο από 20 Οκτωβρίου 1980 υπόμνημα του Ερμιονικού Συνδέσμου προς το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο υπογράφουν ως Πρόεδρος ο αείμνηστος Απόστολος Γκάτσος και ως Γενικός Γραμματέας η Κα Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη, με αντιπρόεδρο του Συνδέσμου τον Αντώνη Κατσογιώρη, ταμία, την Ελένη Τράκη και μέλη τους Γαβριήλ Φραγκούλη, Ιωάννη Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Νοταρά.
[16] Στην αίθουσα αυτή, στις 7 Ιουλίου 1984, είχα την τιμή να μιλήσω με θέμα «Λάσος ο Ερμιονεύς».
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης  Τζένη Δ. Ντεστάκου
Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου«Σταθμοί στον χρόνο και την ιστορία (Τα τρία παλαιά διδακτήρια της Ερμιόνης)», Αθήνα, 2022.
Πηγή:  Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού