Τα Κοιλαδιώτικα γρι – γρι & οι παλιοί γριγριτζήδες

Τσούρμο, λέξη που χάθηκε σήμερα. Με ποιόν τσουρμάρησες;

Λέξεις παλιές και τόσο γνώριμες σε όλους εμάς που γνωρίσαμε τα γρι -γρι από κοντά, από μέσα θα έλεγα. Παλιοί καπεταναίοι και ιδιοκτήτες γρι – γρι που έγιναν ένα είδος λαϊκοί ήρωες. Ποιους να πρωτοθυμηθούμε από τους παλιούς, τον Πετιχάκη, το Μανώλη το Γκλέζο, τον Γιώργη τον Σουλιώτη, τον Γιώργη τον Λάμπρου, τον Βαγγέλη τον Βούλγαρη, τον Σταύρο τον Πιτσά, τον Απόστολο τον Λαύκα, τους Φασιλήδες (Μπουζαίους), τους Ιατρούς και τόσους άλλους που έπαιρναν τα καΐκια τους και το τσούρμο τους και αλώνιζαν την Ελλάδα; Πάτρα, Καβάλα, Ραφήνα, Κάρυστο, Πάχη και αλλού.

Βαριά δουλειά τότε η δουλειά του γριγριτζή. Τα δίχτυα μπαμπακερά το σήκωμα των διχτυών με τα χέρια, πέντε καλάδες κάθε βράδυ. Το πρωί πλύσιμο και άπλωμα, ψάξιμο για τυχόν τρύπες και μπάλωμα, τουμπάρισμα των διχτυών για να στεγνώσουν καλά, μάζεμα το μισό στο μεγάλο καΐκι, που είχε επικρατήσει να λένε «βενζίνα» και το άλλο μισό στο καΐκι που ακολουθούσε, το λεγόμενο «πισινό».

Το τσούρμο του γρι-γρι αποτελείτο από 25 άτομα, «συντρόφους» τους έλεγαν. Ήταν μια εικόνα πολύ ωραία την ώρα που τα γρι-γρι έφευγαν για δουλειά το απόγευμα. Έβλεπες το μεγάλο καΐκι μπροστά και το πισινό δεμένο στη βενζίνα να αναχωρούν, πίσω από το πισινό δεμένες μία προς μία οι πέντε μικρές βάρκες, οι «λάμπες», που έλεγαν. Ήταν μία σκηνή σαν να έβλεπες μια πάπια σε λίμνη που την ακολουθούσαν τα παπάκια. Στις λάμπες αφεντικό ήταν ο λαμπαδόρος. Οι λάμπες γυάλινες, μεγάλες, στρογγυλές, στην πρύμη της βάρκας. Μέσα στην βάρκα τα ντεπόζιτα του πετρελαίου, στεγανά με βαλβίδα για να μπορεί ο λαμπαδόρος να πρεσάρει αέρα με μια τρόμπα, και η πίεση του αέρα να εξαχνώνει το πετρέλαιο στο αμίαντο που είχε η λάμπα Λουξ και να ανάβει, φωτίζοντας την θάλασσα και μαζεύοντας τα ψάρια στο φως. Ωραία εικόνα αλλά για μας τους από έξω. Κατά τα μεσάνυχτα άρχιζε το καλάρισμα στις λάμπες.

Μετά την συλλογή των ψαριών, την τοποθέτηση στα τελάρα και το πάγωμα με τριμμένο πάγο, που τον έκοβαν σε μηχανή μέσα στο καΐκι, από κολώνες πάγου που είχαν προμηθευτεί την παραμονή, άρχιζε η αντίστροφη πορεία για το λιμάνι. Τα ψάρια πήγαιναν για τον μανάβη. Το δίχτυ τιναζόταν να καθαρίσει από υπολείμματα, πλενόταν στην θάλασσα και απλωνόταν για στέγνωμα και έλεγχο. Μια μέρα δουλειάς κοπιαστικής και με λίγο ύπνο είχε τελειώσει. H αμοιβή των συντρόφων για την δουλειά που προσέφεραν ένα «σκοτάδι» (μια περίοδο 24ων ημερών*), ήταν πενιχρή. Πριν φύγουν για ταξίδι κανόνιζαν την αμοιβή τους και έπαιρναν μπροστάντζα τα «πλάτικα» όπως έλεγαν, που πολλές φορές έμεναν σε αυτά. Αν το «σκοτάδι» είχε πάει καλά έκαναν και μερδικό από τα κέρδη της δουλειάς. Από ό,τι ακούγαμε εμείς τότε, σπάνια είχαν μερδικό ικανοποιητικό. Αυτό ένας το ξέρει, ο Θεός και το αφεντικό γιατί γινόταν. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Οι σύντροφοι δουλεύουν με μισθό. Οι περισσότερες δουλειές έχουν μηχανοποιηθεί, οι λάμπες έχουν γίνει ρομπότ (μικρές πλωτές πλατφόρμες με τις λάμπες επάνω τους και αντί πετρέλαιο γκάζι).

Οι ιστορίες και τα ανέκδοτα που έχουν σχέση με την δουλειά στα γρι – γρι πολλές και νόστιμες. Οι φάρσες που σκάρωνε ο ένας στον άλλο έξυπνες και έφερναν πολύ γέλιο. Μόνο έτσι μπορούσαν να ξεχάσουν τον κάματο της γρι – γριτζήδικης δουλειάς και να ξεσκάσουν. Για να τις αναφέρουμε θέλουμε βιβλίο. Εδώ θα αναφέρουμε μόνον μία. Ο καπετάν Δημήτρης ο Τράσσης, μεγάλος πλακατζής, δούλευε με το γρι – γρι του στο Αιγαίο. Ένας λαμπαδόρος του, παθολογικός ψεύτης, τους είχε ταράξει στο μούσι. Ανάμεσα σε όλα που είχε πει έλεγε και ιστορίες με θηρία που είχε αντιμετωπίσει. Μια ημέρα είχαν απλώσει το δίχτυ και ξεκουράζονταν σε ένα καφενεδάκι. Ο εν λόγω λαμπαδόρος είχε πάει κάτω από ένα δέντρο και είχε κοιμηθεί. Παρουσιάζετε ένας γύφτος με μια αρκούδα, του λέει τότε ο καπετάν Δημήτρης: «Θα σου δώσω καλούς παράδες αν βάλεις την αρκούδα να χαϊδέψει αυτόν που κοιμάται». Πράγματι έτσι έγινε. Μόλις ανοίγει τα μάτια του ο ψεύταρος παίρνει ένα δρόμο, που ακόμα τρέχει από τον φόβο m/mm του.

Εδώ θα κλείσουμε αυτή την μικρή αναφορά τους καπεταναίους. Όλους δεν μπορούμε να τους αναφέρουμε, ήταν τόσοι πολλοί, που πάλι θα θέλαμε να γεμίσουμε βιβλίο.

Φτύμης Τουτουτζής

Σημ. Στις 24 μέρες, που γινόταν το φεγγάρι «τόκα» (γέμιζε), δύο πρωτού γεμίσει και δύο όταν αδειάζει, το ψάρεμα σταματάει, γιατί τα ψάρια δεν τσιμπάνε. Τότε κάνανε το «μπαϊντούζι».

…………………….

Έχει δημοσιευθεί στην Ειδική Έκδοση «Κοιλάδα το ψαροχώρι της Αργολίδας» (καλοκαίρι 2002), του περιοδικού «Ματιές στην Αργολίδα», που εκδιδόταν από την Συντακτική Ομάδα του έντυπου ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ.

Οι φωτογραφίες είναι του Στέφου Αλεξανδρίδη