Στο Χέλι το 1947 (Ιστορίες & Φωτογραφίες του Στέφου)

Στο Πορτοχέλι για πρώτη φορά ήλθα το 1947. Ο πατέρας μου, παλιός φωτογράφος, είχε πολλές γνωριμίες.

Μου λέει, λοιπόν, «αν καμιά φορά ο καιρός δεν είναι καλός να πας να βρεις την Καγιάφενα να μείνεις στο σπίτι της .Πράγματι, μια τέτοια μέρα μού ‘τυχε και βρήκα την Καγιάφενα, μια γριά που είχε περάσει τον ένα αιώνα, αγράμματη μεν αλλά που το μυαλό της έστεκε μια χαρά. Αφού συστηθήκαμε τι ρώτησα «πόσο χρονών είσαι;» και μου λέει «έχεις μολύβι και χαρτί;» και της λέω «έχω», «για γράψε» μου λέει «όταν ρεβωνιάστηκα ήμουν 16 χρονών» και γράφω εγώ «όταν έκανα την Μαρίνα μου ήμουν 17 χρονών, γράψε και 17» το ‘γραψα εγώ «όταν έκανα το Μίμη ήμουν 19, όταν έπιασε ο δάγκειος πυρετός ήμουν 20 χρονών, όταν ξούρισαν το βασιλιά Αλέξανδρο ήμουν 26 χρονών, όταν πήγε ο συχωρεμένος ο άντρας μου στη Μικρά Ασία ήμουν 30, όταν πέθανε ο Βενιζέλος ήμουν 35 χρονών» και μου λέει «για κάνε τη σούμα και θα δεις πόσο είμαι». Κάνω τη σούμα εγώ και τη βρίσκω 163(!), τη λέω 163 λέει η σούμα, «ε, τόσο είμαι, αφού σου το είπα χαρτί και μολύβι, διατί δεν με πιστεύεις;». Τι να κάνω αφού την είχα ανάγκη, τη λέω «να τα χιλιάσεις» και ευχαριστήθηκε και με φίλησε.

Αφού μου έδειξε το κρεβάτι, που θα κοιμόμουν, μου άναψε και ένα λυχνάρι  γιατί τότε το Χέλι δεν είχε ρεύμα – όλα τα μαγαζιά ήταν με ασετιλίνη – και έφυγε να πάει να κοιμηθεί στη Μαρίνα, που ήταν 200 μέτρα πιο πέρα. Το βράδυ ξύπνησα και δεν ήξερα πού έχει τουαλέτα και βγαίνω έξω, που ήταν μια ελιά, για να κατουρήσω και σκοτάδι, όπως ήταν – έπεφτε και χιονόνερο – ήταν ένα σκυλί εκεί κάτω και αγριεύει και με δαγκώνει, ευτυχώς μου έσκισε μόνο το ένα μπατζάκι της πιτζάμας μου και φεύγω τρομαγμένος και πού να ξαναβγώ… Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και πάω να δω πού ήταν η τουαλέτα, πουθενά! Λέω θα είναι σε ένα υπόγειο, που είχε, πάω και τι να δω, ένα υπόγειο γεμάτο νάρκες της ξηράς, του στρατού, τις οποίες τότε τις λύνανε και με το υλικό που είχαν μέσα φτιάχναν δυναμίτια για τους ψαράδες. Πού να ξαναπάω εγώ στο σπίτι της Καγιάφενας…

Στο Χέλι τους πρώτους φίλους που γνώρισα ήταν τα αδέλφια του Κρέστα. Με τον Κούλη πηγαίναμε και ψέλναμε στη Βαγγελίστρα, που ήταν τότε ο παπά Δημήτρης, καλός ιερέας μόνο που αγάπαγε τον οίνο. Στον πύργο της Έλλης το κτήμα καταλήγει στην άκρη, το Μπούλικο το λένε, είναι ένας βράχος στρογγυλός, που έμοιαζε σαν κεφάλι παπά. Κάθε φορά που ερχόμουν από τις Σπέτσες με το καΐκι του Μπίνια, το έβλεπα και μια μέρα λέω στα παιδιά του Κρέστα, αφού ετοιμάσαμε ένα κουβά ασβέστη και ρίξαμε μέσα φούμο και το μαυρίσαμε, λέω στα παιδιά «πάμε στο Μπούλικο να ζωγραφίσω ένα κεφάλι παπά» πήγαμε, λοιπόν και στον τεράστιο βράχο ζωγράφισα το κεφάλι του παπά, που είχε μεγάλη επιτυχία, και φύγαμε.

Όπως μάθαμε αργότερα, οι ψαράδες που το βλέπανε άλλοι το μουτζώνανε άλλοι έκαναν το σταυρό τους, όπου μια νύχτα η καντηλανάφτισσα της Βαγγελίστρας το βλέπει στον ύπνο της και της λέει «αν δε με σβήσετε θα σας βρει μεγάλο κακό». Τρομαγμένη πάει και το αναφέρει στον παπά Δημήτρη και της λέει «α στο… διάβολο μωρή, φύγε, όνειρο είναι». Το άλλο βράδυ βλέπει το ίδιο όνειρο, πάει πάλι και το λέει του παπά και κείνος της λέει «καλά, άντε πάρε το Μανώλη τον Παπαδία (που ήταν ψάλτης) να πάτε να το σβήσετε. Το μαθαίνουν οι Κρεσταίοι και μου το λένε, μάθανε και πότε θα έλθουν να το σβήσουν και πάμε και κρυβόμαστε πίσω από το βράχο. Την ώρα που πλησίαζαν βάζουμε, όλοι μαζί, μια αγριοφωνάρα. Μόλις την άκουσαν αυτοί έκαναν πίσω ολοταχώς και εμείς ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια.

Η ιστορία αυτή μαθεύτηκε ύστερα από μια βδομάδα, όπου ξαναπήγαν – δεν τους είδαμε – και το πιτσίλισαν με ασβέστη. Όμως, όταν έβρεχε μαλάκωνε ο ασβέστης και ξαναφαινόταν, μέχρι που ο χρόνος το ‘ξαφάνισε…

Στέφος Αλεξανδρίδης

…………………………

Φωτογραφία: Με την Καγιάφενα αγκαλιά.

………………………………..

Δημοσιεύθηκε στον έντυπο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ  στις 10/12/2008 και περιέχεται στο βιβλίο “Έρδι Στέφουα” (εξαντλημένο).  Οι ιστορίες του Στέφου θα δημοσιεύονται – μέχρι… εξαντλήσεως – κάθε εβδομάδα από εδώ.