Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα (σκέψεις & λόγια παλιού Ερμιονίτη ναυτικού)

«Τέντωσε αγέρι τα πανιά και πάρ’ τα όνειρα μου,

πάρε και την καρδιά μου, αφού το ξέρεις μ’ αγαπάς».

Είναι λόγια της ψυχής κάθε ναυτικού, που είναι δεμένος με την πικροκυμα­τούσα. Έτσι την αποκαλούμε εμείς οι θαλασσινοί την θάλασσα. Και πόσες άλλες ονομασίες και χαρακτηρισμούς δεν έχουμε αποδώσει σ’ αυτήν.

Πόσες φορές δεν έχουμε καταραστεί «την ώρα και την στιγμή», όπως λέει ο λαός, που πήραμε το πρώτο βάπτισμα μας σ’ αυτήν, πολύ μικρά παιδιά, άλλοι σε ψαρόβαρκες με πανιά και κουπιά για τις μετακι­νήσεις μας και άλλοι σε εμπορικά ιστιοφό­ρα διαφόρων τύπων. Άλλοι σε ταξίδια στις Ελληνικές θάλασσες και άλλοι με μεγαλύτερα πλοία, ταξιδεύοντας σ’ όλη την υδρόγειο.

Εμείς, οι αλιείς ψαριών και σφουγγαριών σ’ όλες τις Ελληνικές Θάλασσες μέχρι την Μεγαλόνησο Κύπρο και ακόμα πιο μακριά μέχρι τα αφιλόξενα παράλια της Βορείου Αφρικής, όπου πάρα πολλοί κίνδυνοι παραμόνευαν εκεί από τους κατοίκους των Βορείων Αφρικανικών χωρών καθώς και από αγιάτρευτες ασθένειες (σκορβούτο) την εποχή αυτή.

Πόσες φορές, όταν η θάλασσα φουρτου­νιάζει η οικογένεια γονατιστή μπροστά στα εικονίσματα παρακαλά την Παναγιά, τους Αγίους και όλες τις ουράνιες δυνάμεις να είναι καλοτάξιδο και να προστατεύουν το πλεούμενο, που ταξιδεύει ο πατέρας και σύζυγος!

Και πόσες φορές δεν είδαμε χαροκα­μένες μαυρομαντιλούσες μανάδες, όταν η θάλασσα, αυτό το «αδάμαστο θεριό» φουρ­τουνιάζει, να τρέχουν στα εξωκκλήσια με ένα μπουκάλι λάδι, να ανάψουν τα καντήλια και γονατιστές να παρακαλούν να ημερέψει η αγκαλιά της πικροκυματούσας, που πήρε για πάντα μαζί της το ένα παιδί τους και να προστατεύει το άλλο τους παιδί από παρό­μοιο κακό γιατί και αυτό ακολούθησε την γαλάζια μάγισσα, υπακούοντας στην εντολή της μοίρας του. Γιατί για εντολή της ειμαρ­μένης πρόκειται και διαφορετικά δεν εξη­γείται αυτή η ακατανίκητη έλξη που αισθανόμαστε γι’ αυτήν!

Είναι για ‘μάς τους ναυτικούς η θάλασσα, η δεύτερη μάνα μας και η απεραντοσύνη της η μεγάλη αγκαλιά της, που άλλη φορά γαληνεμένη μας αγκαλιάζει και ημερεύει τις ψυχές μας απ’ τον πόνο της ξενιτιάς και άλλες φορές μας παίρνει με τα μεγάλα κύμα­τά της για πάντα στην αγκαλιά της.

Είναι αυτή, που με το απέραντο γαλάζιο της διαμορφώνει τις ανθρώπινες ψυχές, τις κάνει ευαίσθητες, ρομαντικές και νοσταλγικές, όταν την ταξιδεύεις.

Είναι αυτή, η θάλασσα, που με τις ατέλει­ωτες ρότες της, βοήθησε τους θαλασσοπό­ρους να εξερευνήσουν με τα πλοία της εποχής αυτής τον υπόλοιπο κόσμο του πλα­νήτη μας, μεταφέροντας δημιουργίες και ανταλλάσσοντας γνώσεις και πολιτισμούς. Είναι αυτή που μας παίρνει μακριά από τα αγαπημένα μας πρόσωπα, να μας πάει στα πέρατα του κόσμου, να δημιουργήσουμε και να προκόψουμε και να μας φέρει πίσω για να χαρούμε όλοι μαζί τις προκοπές μας.

Να γιατί ο τραγουδιστής παρακαλάει τον άνεμο να τεντώσει τα πανιά και του χαρίζει ό,τι πολυτιμότερο έχει, τα όνειρά του, ακόμα και την καρδιά του, τόσο όταν ξενιτεύεται με σκοπό την δημιουργία και όταν επιστρέφει, για να συναντηθεί και πάλι με τα αγαπημένα του πρόσωπα.

Είναι αυτό το μαγικό υγρό στοιχείο που έχει εμπνεύσει όλους τους πνευματικούς δημι­ουργούς και καλλιτέχνες και που κατέχει το μεγαλύτερο μέρος στην ιστορία και τον πολι­τισμό της ανθρωπότητας.

Είναι αυτή που, πότε γαληνεμένη και πότε αγριεμένη και αφρισμένη, μας δημιουργεί αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα.

Είναι η αιώνια Κίρκη, που με το ραβδί της μας μαγεύει και κάνει εμάς τους θαλασσι­νούς να έχουμε πάντα την πλάτη μας γυρι­σμένη στη στεριά και με θολή ματιά να κοι­τάμε το ατέλειωτο γαλάζιο της, έτσι που να μας κάνει να παίρνουμε μακάβριες αποφά­σεις σαν αυτή του θαλασσινού τραγουδιστή πουτραγουδά:

Νησί μου ασπρογάλανο σαν μαγεμένο κύμα,

εγώ μέσ’ στην αγκάλη σου ποτέ δεν θα ’χω μνήμα.

Δεν θα ’χει ο τάφος μου κερί, καντήλι δεν θα καίει,

μόνο το κύμα θα ’ρχεται επάνω μου να κλαίει.

Και επειδή, τελικά, μιλάμε για ένα μεγάλο έρωτα, μια μεγάλη αγάπη των ανθρώπων, αυτών που έχουν μεγαλώσει και έχουν βιώσει μέσα στην θάλασσα, έχουν δεθεί με αυτήν και έχουν γίνει ένα σώμα, μια ψυχή, τίθεται το μεγάλο ερώτημα: «Πότε έρχεται η στιγμή που τελειώνει μια μεγάλη αγάπη και λες, δεν πάει άλλο και χωρίζεις; Η απάντηση είναι: Ποτέ!»

Υστερόγραφο: Το κείμενο αυτό γράφτηκε απ’ τον υπογράφοντα, ταξιδεύοντας με το αλιευτικό του στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου και είναι υπαγορευμένο από όλα εκείνα τα συναισθήματα που σου δημι­ουργεί η θάλασσα όταν την ταξιδεύεις.

ΚΥΚΛΑΔΕΣ 5-11-2001

Σταμάτης Δαμαλίτης

Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Ματιές στην Αργολίδα» (που επιμελείτο και εξέδιδε η συντακτική ομάδα του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ), αρ. φύλ. 7, τον Δεκέμβριο του 2001. Η απίστευτη σύμπτωση είναι πως στη φωτογραφία του Στέφου Αλεξανδρίδη, που είναι τραβηγμένη από παλαιό εορτασμό του “Γιάλα – Γιάλα” και επελέγη τυχαία, εικονίζεται ο… αρθρογράφος! Αυτό, να, μα τον Άγιο Νικόλα, διαπιστώθηκε μετά την κυκλοφορία του περιοδικού!

Να ‘σαι καλά Μάκη μου και δυνατός! Κλείνοντας αυτό το σημείωμα σου χαρίζω το παρακάτω τραγούδι.

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας